Μιὰ σημαία βρεγμένη.
Μιὰ σημαία διπλωμένη.
Ἀνελέητη βροχή.
Ἀνελέητη ἐποχή.
Μιὰ σημαία λυπημένη.
Μιὰ σημαία ἀδύναμη.
Διπλωμένη στὰ δυό..
Θλίψη.
Κι ἦλθε τὸ ἄσπρο
καὶ ἀγκάλιασε τὸ γαλάζιο.
Τόσο βρεγμένα
Τόσο λυπημένα.
Τόσο ἀνυπεράσπιστα.
Ἀγκαλιάστηκαν.
Καὶ ἔτσι δὲν μπόρεσε ἡ μπόρα καὶ ἡ βροχή
καὶ ἡ ἀπληστία καὶ ἡ προδοσία
καὶ ἡ ἀδημονία τῶν δυνατῶν
ναί!
ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα
ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὸ τώρα
καὶ ἀπὸ τὸ πρίν
καὶ βούλονται νὰ καταπιοῦν
τὸ λευκὸ καὶ τὸ γαλανό
καὶ τὸν ἁπαλὸ κυματισμό
στὰ ἑορταστικὰ μπαλκόνια
καὶ τὴν σημαία
καὶ τὴν χώρα
καὶ τὸν λαό της
καὶ τὰ παιδιά της
καὶ τοὺς ἥρωές της.
Καὶ τοὺς ἥρωές της...
Μὰ ἐκεῖνοι προχωροῦν.
Προχωροῦν στὰ σκοτεινά.
Καὶ τὶς νύχτες
πρὶν τὴν μεγάλη γιορτή
καὶ τὴν μεγάλη καταιγίδα
ποὺ βγαίνει πιά
ἴσια ἀπὸ τὰ χέρια τῆς ἀπληστίας
ἴσια ἀπὸ τὰ μυαλὰ τοῦ μίσους
τὶς νύχτες αὐτές
οἱ ψυχὲς τῶν ὀροσειρῶν
οἱ ξεχασμένοι τῆς Πίνδου
βγαίνουν στὶς κλεισμένες φοβισμένες πόλεις.
Ἀλαφροπάτητοι περνοῦν
Ἀλαφροΐσκιωτοι καὶ ἀνάλαφροι πολύ
πετοῦν μέχρι τὰ μπαλκόνια
ποὺ κοιμισμένα καὶ ἀποκαμωμένα
ἀπὸ τὸ κακό
προσπαθοῦν νὰ ἡσυχάσουν.
Ἐκεῖ
βγάζουν ἀπὸ τοὺς ὤμους τους
τὶς ματωμένες χλαῖνες
καὶ μὲ προσοχή
σκεπάζουν τὶς λυπημένες σημαῖες.
Μὲ προσοχὴ καὶ μὲ στοργὴ σχεδόν
τόσο ποὺ ξεχνοῦν καὶ οἱ ἴδιοι
πὼς αὐτὰ τὰ σκοτωμένα χέρια
κάποτε πάγωσαν στὰ χιονισμένα βουνά.
Μὰ κοίτα τώρα πόσο τρυφερά
τὰ ἄγρια δάχτυλα
-ἔτσι ὅπως ξεπροβάλουν
ἀπὸ τρυπημένα γάντια-
κοίτα πόσο τρυφερά
σιάζουν τὶς σημαῖες
τακτοποιοῦν τὸ ἄσπρο καὶ τὸ γαλανό
νὰ εἶναι σὲ τάξη
νὰ εἶναι σὲ σειρά
νὰ εἶναι σὲ προστασία.
Κι ὕστερα
ἀφοῦ κοιτάξουν
μὲ τὰ μαῦρα μάτια
-τὰ μάτια τοῦ κάρβουνου
καὶ τῆς φωτιᾶς-
τὸν οὐρανὸ τῆς νύχτας
τὸν οὐρανὸ τῆς ξένης βροχῆς
τὸν οὐρανὸ ποὺ κάποιοι κόβουν στὰ δύο ὀλημερίς
γιὰ νὰ τὸν ρίξουν κομματιασμένο
πάνω στὶς πόλεις
καὶ στὶς γιορτές
καὶ στὰ μπαλκόνια
καὶ στὶς σημαῖες
- προπαντὸς σ΄αυτές -
ναί!
κι ὕστερα ἀφοῦ κοιτάξουν αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν οὐρανό
ρίχνουν τις χλαῖνες τους τις ματωμένες
πάνω στὶς λυπημένες γαλανόλευκες.
Καὶ δὲν τοὺς νοιάζει
ἂν βρέχονται.
Καὶ δὲν τοὺς νοιάζει
ἂν κρυώνουν.
Γιατι
οἱ ἥρωες προχωροῦν στὰ σκοτεινά.
Χωρὶς χλαῖνες.
Μόνον μὲ κάτι σκισμένα ποκάμισα.
Ματωμένα κι αὐτά
καὶ τόσο παλιά
ποὺ καὶ οἱ ἴδιοι ξέχασαν ἀπο πότε τὰ φοροῦν...
Ναί! Πᾶνε χρόνια ποὺ οἱ ἥρωες προχωροῦν στὰ σκοτεινά...
Μὰ ἔτσι ὅπως χάνονται καὶ σβήνουν
ἀλαφροπάτητοι καὶ σιωπηλοί
χρώματα σκεπάζουν
τοὺς ἀρχαίους ὤμους.
Χρώματα.
Ὄχι πολλά.
Μόνον ἄσπρα καὶ γαλάζια.
Μόνον λευκὰ καὶ γαλανά..
Ἄ! τὸ ξημέρωμα
τὸ ξημέρωμα
ποὺ σὲ λίγο ἔρχεται
λαχανιασμένο καὶ βιαστικό
γιατί ἄργησε χρόνια
γιατι ἄργησε αἰῶνες
γιατί τὸ ἐμπόδισαν βροχὲς καὶ λῦπες
καὶ προδοσίες μεγάλες,
τὸ πρωΐνό
αὐτὸ τὸ ἑλληνικό
θὰ χαμογελάσει ἔτσι ἄσπρο καὶ γαλάζιο
καὶ θὰ ἀνοίξει τὰ χέρια
γιὰ νὰ χαιρετίσει
τὶς " καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένες."
Παρακαλῶ
κανεὶς μὴν ξαφνιαστεῖ
ἂν στὸ μπαλκόνι του δεῖ
νὰ σιγοκυματίζει
μιὰ λευκὴ καὶ γαλανή.
Καὶ ἀκόμη παρακαλῶ
κανεὶς μὴν κλάψει
ἂν δεῖ λίγες στάλες αἷμα
πάνω στὸν θριαμβευτικὸ κυματισμό.
Καὶ τέλος
παρακαλῶ
κανεὶς μὴν πατήσει καὶ προσπεράσει
μιὰ ματωμένη χλαίνη
ποὺ θὰ βρεῖ μπροστὰ στὸ κατώφλι του.
Γιατι..
Οἱ ἥρωες προχωροῦν στὰ σκοτεινά.
Ἔτσι.
Οἱ ἥρωες προχωροῦν στὰ σκοτεινά.
Οἱ πληγωμένοι
οἱ ματωμένοι
οἱ ξεχασμένοι
προχωροῦν στὰ σκοτεινά.
Καὶ χαμογελοῦν...
Γιατί;
Γιατι στὰ γιορτινὰ μπαλκόνια κυματίζουν πιὰ οἱ Γαλανόλευκες
ὡραῖες
ὑπερήφανες
καὶ συγκινητικὰ ἐλεύθερες.
Ἐλεύθερες!
Καὶ ἔτσι μποροῦν πιά
νὰ χαιρετοῦν τὴν αἰωνιότητα
κάτω ἀπὸ τὸν δικό τους μοναδικό
τόσο ἀρχαῖο
τόσο νέο
τόσο οἰκεῖο
γνώριμο καὶ ἀγαπητό
τόσο ἑλληνικό
Ἑλληνικὸ Οὐρανό..
