Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

Η Άλλη Ελλάδα - Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος


Σβυσμένες ὅλες οἱ φωτιὲς οἱ πλάστρες μὲς τὴ Χώρα...

                             Κ. Παλαμάς



Χίλια χρόνια! Μὰ πότε πέρασαν ἀλήθεια; 

Τί γρήγορο πρᾶμα ποὺ εἶναι ὁ καιρός! 

Κι οἱ αἰῶνες ἕνα παιχνίδι. 

Ἕνα παιχνίδι... Σὲ ποιά χέρια ; 

Ποιά χέρια κρατᾶνε τὰ νήματα καὶ δένουνε τὸ χρόνο; 

Κι ὕστερα τρέχουν καὶ κινοῦν τὰ χρόνια, τοὺς αἰῶνες; 


Κάποτε ἤμουν βασιλιᾶς. Πορφυρογεννημένος. 

Γεννήθηκα βασιλιᾶς. Ἔζησα σὰν πολεμιστής. Τάφηκα σὰν στρατιώτης. 

Ἔτσι διάλεξα. Μὰ κι ἔτσι οἱ βάρβαροι μὲ βρῆκαν. Μὲ ξέθαψαν. 


Τί σκελετὸς ἀστόλιστος εἶναι ἐτοῦτος - εἶπαν. 

Μὰ μᾶς γελᾶσαν οἱ Ρωμιοί! 

Θάψαν ἕναν στρατιώτη σὲ μνῆμα αὐτοκράτορα! 

Σκαλίσανε στὸ μάρμαρο, παινέματα καὶ τίτλους 

καὶ μὲς τὸν τάφο ὁ σκελετὸς πάμφτωχος, μόνος στέκει 

καὶ οὔτε ἕνα κτέρισμα, μία κορώνα, κάτι, 

νὰ λάμπει, νὰ ἀσταποβολά. 

Νὰ ἀξίζει γιὰ νὰ πουληθεῖ στῆς Βενετιὰς τοὺς πάγκους. 

Νὰ ἔχουν κι οἱ ἀργυραμοιβοὶ κάτι γιὰ νὰ παινέψουν: 


Ἐδῶ εἶναι τοῦ αὐτοκράτορα ἡ ἀκριβὴ κορώνα! 

Ἐδῶ καὶ τὸ θηκάρι του, τὸ ἀσημένιο Ξίφος! 

Ἐδῶ καὶ τὸ πουκάμισο, τὸ σιδεροπλεγμένο, 

τὸ κεντημένο μὲ κλωστὴ χρυσομαλαματένια! 

Τὰ φέραν οἱ στρατιῶτες μας ποὺ κούρσεψαν τὴν Πόλι. 

Τὴν Πόλιν τοῦ Βασίλειου, ποὺ σκότωνε Βουλγάρους!" 


Ναί. Γιατι αὐτὸς ἤμουν ἐγώ: ὁ Βασίλειος. Τῶν Μακεδόνων γόνος. 

Καὶ μιᾶς Σπαρτιάτισσας παιδί. Παιδὶ ποὺ εἶδε θανάτους. 

Ναί! Εἶδα τόσους πολλοὺς θανάτους, ποὺ ξέχασα τὸν δικό μου. 

Μὰ κάποιοι τὸν θυμήθηκαν. Καὶ βρήκανε τὸν τάφο. Μὲ ξέθαψαν. Μὲ ἔστησαν καὶ ἔβαλαν στὸ στόμα, ἕνα σουραύλι, ἕναν αὐλό, μιὰ ξύλινη φλογέρα. 

Καὶ μὲ ἄφησαν ἔτσι γυμνὸ ἀπὸ κάθε τι περιττὸ ποὺ ἡ σάρκα ὁρίζει καὶ περιορίζει, ἄφησαν τὸ ὀστέϊνο ἀποτύπωμα μου, δίπλα στοὺς λίθους τῆς σαρκοφάγου, ἐγὼ ὄρθιος, δίχως σάρκες, μὲ μιὰ φλογέρα φτενὴ νὰ στέκει, ἐκεῖ ποὺ κάποτε ἦταν τὰ χείλη μου. Αὐτὰ τὰ χείλη, ποὺ θήλασαν τὸ γάλα καὶ τὴν ὀμορφιὰ τῆς μάνας μου, αὐτὰ τὰ χείλη ποὺ φίλησαν καὶ φιλήθηκαν καὶ ἔφαγαν καὶ ἤπιαν καὶ προδόθηκαν, ἀλλὰ δὲν πρόδωσαν. Δὲν πρόδωσα... Ὄχι! Μπορεῖ νὰ σκλήρυνα καὶ νὰ διέταξα καὶ νὰ ἔστειλα πολλοὺς στὸν Κάτω Κόσμο, μὰ ἤμουν στρατιώτης καὶ ὁδηγοῦσα στρατὸ μέγα καὶ εἶχα μέγα Χρέος. Μὰ δὲν πρόδωσα. Ἴσως... γιατι γεύτηκα τῆς προδοσίας τὸ φαρμάκι πολὺ νωρίς. Τόσο νωρίς...που θαρρῶ πὼς τὸ ἤπια ἀνακατωμένο μὲ τῆς μάνας μου, τῆς ὄμορφης Λακώνισσας, τὸ γάλα. 

Πορφυρογέννητος ναί! Γεννήθηκα μὲς τὴν πορφύρα. Κόκκινα βαριὰ βελοῦδα. Στὸ χρυσαφένιο λίκνο. Βαθιὰ κόκκινη πορφύρα φοροῦσε καὶ ὁ Ρωμανός, ὁ αὐτοκράτορας πατέρας μου. Βαθὺ κόκκινο καὶ τὸ αἷμα του. ΠΡΟΔΟΣΙΑ. Μὲ κράταγε στὰ γόνατά του. Δὲν τὸ θυμᾶμαι. Δὲν τὸν θυμᾶμαι. Ἤμουν μόλις τριῶν. Ἕνας μικρὸς ἐστεμμένος. Ἕνας μικρὸς συναυτοκράτωρ. Ἕνας πορφυρογέννητος, τυλιγμένος σὲ πορφυρᾶ βελοῦδα, ποὺ ἔσταζαν αἷμα. Καὶ προδοσία. Τὸ αἷμα, τὸ ξανάδα, τὸ ξαναγεύτηκα, τὸ συνήθισα σὰν τὸν καλὸ στρατιώτη. Γιατι ξέρετε... ἔγινα ἕνας καλὸς στρατιώτης. Κάποιοι ἔλεγαν ὁ καλύτερος! Μὰ ξέρετε...εγώ μισοῦσα τὰ πολλὰ παινέματα καὶ τὶς κολακεῖες καὶ τῶν εὐνούχων τὰ καμώματα καὶ τοὺς ψιθύρους πίσω ἀπὸ τὶς βαριὲς κουρτίνες τοῦ παλατιοῦ, τὶς βαθυκόκκινες, πορφυρὲς σχεδὸν κουρτίνες, ποὺ τὰ βελοῦδα τους ἔμοιαζαν πληγωμένα ἀπὸ τὴν προδοσία. Ἀπὸ τὴν προδοσία, ποὺ τριγύριζε ἀλαφροπάτητη - σὰν τὸ βῆμα τῆς ὡραίας μάνας, τῆς Λακώνισσας μὲ τὰ γλαυκὰ μάτια- ποὺ περπατοῦσε ἀχέρωχη καὶ μοιραῖα, ἐπάνω σὲ θρόνους, αὐτοκράτορες, στρατηγοὺς καὶ στὴν καρδιὰ τοῦ γιοῦ της. Ἐπάνω στὴ δική μου καρδιά. Ἔτσι κι ἐγώ, μίσησα τὴν πορφύρα κι ἀγάπησα τὸν σάκο τοῦ στρατιώτη. Μὰ ἐπειδὴ ἤμουν αὐτοκράτορας- ἐτῶν δεκαοκτώ- μὰ αὐτοκράτορας πλέον- ἔπρεπε καὶ στὸ στρατὸ νὰ ξεχωρίζω. Ἔτσι ἡ σιδεροπλεγμένη πανοπλία μου εἶχε κεντήματα χρυσᾶ καὶ πορφυρᾶ σειρίτια. Καὶ τὸν Δικέφαλο Ἀετό, ὁλόχρυσο στὸ στῆθος. 

Αὐτός μου ἄρεσε. Πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλα τὰ σημαντικὰ τῆς θέσης καὶ τοῦ θρόνου. Ἔβαλα καὶ τὸν κέντησαν παντοῦ. Ἀκόμα καὶ στὴ σέλα τοῦ ἀλόγου μου. Κ ἰ ὅταν ἐπέστρεφα εἰς τὴν Πόλιν- μετὰ ἀπὸ μάχες σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση- κι ὅταν ἔμπαινα νικητὴς καὶ θριαμβευτὴς περνῶντας καβαλλάρης ἀπὸ τὴν Πύλη τὴ Χρυσῆ καὶ οἱ φωνὲς κι οἱ θρίαμβοι, οἱ προσευχὲς κι οἱ ὕμνοι, οἱ καμπάνες τῶν ναῶν καὶ τὰ σήμαντρα τῆς Μεγάλης τοῦ Θεοῦ Σοφίας, οἱ ζητωκραυγὲς τοῦ πλήθους καὶ ἡ εὐωδιὰ τῶν λιβανωτῶν, ἔφθαναν ὡς τὰ οὐράνια, ἐγω... σήκωνα τὰ μάτια. Καὶ μπροστά μου ἔβλεπα τὸν Δικέφαλο περήφανο νὰ ἀνεμίζει σὲ ἕναν καταγάλανο, ἐντελῶς ἀθῶο καὶ ἀπαλλαγμένο τοῦ αἵματος τῶν μαχῶν, οὐρανό. Ἦταν αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ οὐρανὸς ποὺ περίμενε τὰ φλάμπουρα μᾶς μὲ τὸν Δικέφαλο, γιὰ νὰ χαρεῖ, ὑπερήφανος ποὺ ὁ Ἀετὸς γύριζε θριαμβευτής. Ὁ Ἀετὸς μὲ τὰ δυὸ κεφάλια: Ἀνατολὴ καὶ Δύση. 

Γιατι ἔτσι παρέδωσα τὴν αὐτοκρατορία ἐγώ,ο πορφυρογέννητος, ὁ τρίχρονος συναυτοκράτωρ, ὁ δεκαοχτάχρονος αὐτοκράτωρ, τοῦ Ρωμανοῦ τὸ ὀρφανό, ὁ γιός της Λακεδαιμόνισσας - ποὺ Πατριάρχης καὶ κλῆρος τὴν ὀνόμαζαν κρυφὰ "δαιμόνισσα"- μὰ ἐγὼ τὴν ἀγαποῦσα, γιατί ποιός γιὸς τὴ μάνα του δὲν ἀγαπᾶ; Κι ἂν τὴν μισεῖ, τὸ μῖσος πάλι ἀγάπη δείχνει. Ἀγάπη γιὰ τὴ μάνα πληγωμένη, κακοφορμισμένη πληγὴ ποὺ αἰώνια αἱμορραγεῖ καὶ δὲν ἀφήνει ἄλλη ἀγάπη νὰ ἀνθίσει. Γιὰ αὐτὸ κι ἐγώ, ὁ Βασίλειος, τῶν Μακεδόνων τὸ αἷμα, κρατήθηκα μακριὰ ἀπ’ τὴν ἀγάπη καὶ τὰ στέφανα τοῦ γάμου καὶ τοὺς ἀπογόνους. Καὶ γρήγορα ξέχασα τὰ νιᾶτα μου καὶ τὰ χρυσᾶ φιλιὰ τοῦ παλατιοῦ, γιατί ἤμουν ὁ κύρης τοῦ παλατιοῦ, τοῦ Ἱεροῦ μεγάλου Παλατιοῦ. Καὶ δὲν ἤξερα ποιά θὰ ἀγαποῦσε ἐμένα κι ὄχι τοῦ θρόνου τὰ βελοῦδα. Τὰ πορφυρᾶ. Τὰ βαθιὰ κόκκινα. Σὰν σκοτωμένο αἷμα...Σαν τοῦ Ρωμανοῦ - αὐτοκράτορα καὶ πατέρα μου τὸ αἷμα... Ὄχι. Δὲν ἤξερα κι οὔτε προσπάθησα νὰ μάθω...Πως καὶ πόσο καὶ γιὰ πόσο ἀγαποῦν οἱ μεγάλες ἀγάπες. Δὲν θέλησα νὰ μάθω. Γιατι...δεν ἄντεχα τὴν προδοσία. Ἄντεχα νὰ ὀργανώνω τὸ στρατό, τὸν στόλο, τὰ οἰκονομικά, τὴν διπλωματία. Ἄντεξα νὰ πατάξω τοὺς Δυνατούς, νὰ δώσω τόπο καὶ ἀνάσα στοὺς ἀκτήμονες. Ἄντεξα νὰ φθάσω ὡς τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα καὶ νὰ ἀνταμώσω τοὺς Ἄραβες, τοὺς Ἴβηρες, τοὺς Ἄβασγους στὴν Ἀνατολή. Τοὺς Σαρακηνούς, τοὺς Νορμανδούς, τοὺς Λογγοβάρδους στὴ Δύση. Τοὺς Φατιμίδες τῆς Αἰγύπτου στὸ Νοτιᾶ. Καὶ στὸ Βορρᾶ τοὺς πιὸ ἐπικίνδυνους ἀπ’ ὅλους: Τοὺς Βούλγαρους ποὺ κατέβηκαν ἀπὸ τὴ Μογγολία, γιὰ νὰ λουφάξουν στὴν ἀρχή, νὰ γίνουν ὀσποδάροι, κι ὕστερα σὰν τὰ καλοθρεμένα φίδια νὰ λεηλατοῦν, νὰ ρημάζουν, νὰ ἀτιμάζουν. Καὶ νὰ πίνει ὁ Κροῦμος τὸ ἐκλεκτὸ κρασί μας στὸ ἀσημένιο του ποτήρι. Μὰ δὲν ἦταν ποτήρι. Τὸ κρανίο τοῦ αὐτοκράτορα Νικηφόρου ἦταν ποὺ ὁ τουρκομάνος χαγάνος- ὁ Κουροὺμ τῶν βαρβάρων καὶ Κροῦμος γιὰ τοὺς λόγιους μᾶς - εἶχε ντύσει μὲ ἀσήμι καὶ χρυσάφι, κλεμμένα κι αὐτὰ ἀπὸ τὰ ἅγια δισκοπότηρα ποὺ ἅρπαξε, σὰν ρήμαξε τὴν Θράκη! Κι ὕστερα ὁ Συμεῶν. Ὁ εὐεργετηθεῖς ἀχάριστος Συμεῶν! Τί κι ἂν βαφτίστηκε καὶ πῆρε ὄνομα χριστιανικό; Τί κι ἂν ἀνέβηκε ὁ ἴδιος ὁ πατριάρχης νὰ τοὺς φέρει -ὡς ἔλεγε- στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ; Καλὰ ποὺ εἶχαν τὸ φόβο μας καὶ δὲν ἔγινε τὸ ὁμολογουμένως σοφὸ κεφάλι τοῦ Φώτιου, κούπα γιὰ κρασί! 

Ναί. Ἄντεξα νὰ διατάξω, νὰ πολεμήσω, νὰ χάσω, νὰ νικήσω, νὰ σκοτώσω, νὰ προστάξω ἀκρωτηριασμούς, τυφλώσεις, ἐκτελέσεις. Καὶ δὲν ξέρω ποιό ἀπὸ αὐτὰ ἦταν τὸ χειρότερο. Μά...Αυτός ἦταν ὁ σχεδὸν ἔντιμος ἀγῶνας. Στὸ πεδίο. Ἐκεῖ ποὺ ἀντιμετωπίζεις τὸν ἀντίπαλο. Αὐτὸν ποὺ ἔρχεται καταπάνω σου, ἕτοιμος νὰ σκοτώσει ἢ νὰ σκοτωθεῖ. 

Τὸν πόλεμο - τὸν σχεδὸν συνεχῆ ἐπὶ πενῆντα ἔτη πόλεμο - τὸν ἄντεξα. Ἄντεξα καὶ τὸν θρῆνο καὶ τοὺς ὀδυρμοὺς τῶν ἀδελφῶν μου - τῶν ὡραίων θυγατέρων καὶ πριγκιπισσῶν. Διπλοὶ θρῆνοι καὶ ὀδυρμοὶ καὶ ἂν προσθέσεις καὶ τὶς κατάρες τῆς μάνας μας, τριπλῆ συμφορὰ στοῦ Ἱεροῦ Παλατιοῦ τὶς χρυσοστολισμένες αἴθουσες. Μὰ ἄντεξα. Μέσα σὲ τόσους ὁρκισμένους ἐχθροὺς νὰ τριγυρίζουν τὴν αὐτοκρατορία, χρειαζόμουν καὶ συμμάχους. Ἂς ποῦμε... 

Πρώτη ἔφυγε ἡ ὡραία Θεοφανὼ γιὰ τὴ Γερμανία. Καὶ ὕστερα ἡ πιὸ ἀγαπημένη, ἡ Ἄννα, τὸ φὼς τῆς Πόλης. Αὐτὴ τὴν πῆρε ὁ Βλαδίμηρος, ὄχι χωρὶς θυσίες. Βαφτίστηκε πρῶτα Χριστιανὸς κι αὐτὸς καὶ ὅλοι οἱ Βαράγγοι του, οἱ γίγαντες οἱ ξανθοί, οἱ κοκκινομάλληδες οἱ ροῦσοι. Κι ἔτσι τὴν πῆγε στὰ παλάτια του στὸ Κίεβο. Καὶ ἔγινε αὐτὴ βασίλισσα.. Καὶ ἔγινε αὐτὸς ἄνθρωπος. Καὶ ἔγιναν κι οἱ Ρῶσοι, ἔθνος. Καὶ εἶχα καὶ ἐγὼ συμμάχους, νὰ στέκονται ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ στοὺς Φράγκους. Γιατι αὐτοὺς δὲν τοὺς ἐμπιστεύτηκα ποτέ. 

Βλέπετε τὰ πράγματα κρίνονται ἀπὸ τὶς λεπτομέρειες, ποὺ λίγοι προσέχουν. Ἂς ἀναφέρουμε μία: Καὶ στὶς δυὸ ἀδελφὲς μοῦ δόθηκε προῖκα καὶ συνοδεία μεγάλη. Καὶ ἐκλεκτή: Λόγιοι, ἱερεῖς, ποιητές , παπᾶδες, διπλωμάτες, φρουροί, κυράδες τῆς τιμῆς (ποιός ξέρει...), ζωγράφοι, ἀρχιτέκτονες, μαστόροι καὶ ραφτάδες καὶ ὅ,τι ἄλλο. Γιατι δὲν πηγαίναν μόνον σὰ νύφες. Ἤτανε τὰ κορίτσια μας τὰ πορφυρογέννητα, ἡ πρώτη κι ἡ καλύτερη πρεσβεία. Κι εἶχαν ἕνα σκοπό: Νὰ κάνουν τοὺς βάρβαρους, ἀνθρώπους. Καὶ τὰ παιδιά τους νὰ μεγαλώσουν μὲ πολιτισμὸ αἰώνων. Δοκιμασμένο. Καὶ οἱ μελλοντικοὶ διάδοχοι νὰ ἀνατραφοῦν μὲ τὴν ἑλληνικὴ καὶ χριστιανικὴ παιδεία. Οἱ κόκκινοι, οἱ Ρὼς μὲ τὶς γούνινες κάπες κάτι ἔνιωσαν νὰ ἀναδεύεται μὲς τὴν ψυχὴ τῆς στέππας. Σὰν νὰ ἀγάπησαν πιὸ πολὺ τοῦ Χριστοῦ τὸ Τίμιο Αἷμα καὶ τὶς ὡραῖες πριγκίπισσες ποὺ στείλαμε γιὰ νύφες καὶ γιὰ μάνες καὶ γιὰ δασκάλες. Οἱ ἄλλοι... τί νὰ μάθουν; Νόμιζαν ὅτι τὰ ξέρουν ὅλα! Βέβαια, νερὸ καὶ σάπωνα δὲν γνώριζαν καὶ οὔτε ἤθελαν νὰ δοκιμ’ασουν! Ζήλεψε τοῦ Γερμανοῦ ἡ μάνα τὴν ὄμορφη Θεοφανώ, γιατί πλενόταν - λέει - κάθε μέρα! Ἄλλο θαῦμα πιὰ καὶ τοῦτο! Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφτανε ποὺ ὁ Ὄθων τὴν ἐλάτρεψε καὶ γέμισε τὸ παλάτι μὲ λουτρά, ἀλλὰ παρήγγειλε καὶ χρυσᾶ περόνια, νὰ τρώει τὸ ἀρχοντολόϊ της Κολωνίας, ὅπως ἡ ὄμορφη Ἑλληνίδα του καὶ ὄχι μὲ τὰ χέρια! Αὐτὸ κι ἂν εἶναι θαῦμα! 


-Τί ἤθελες νὰ τὶς παντρέψεις μὲ βαρβάρους; μουρμούριζε ἡ βασιλομήτωρ σὰν ἄνοιγε τὰ χρυσᾶ βουλοκέρια ἀπὸ τὶς ἐπιστολές. Ὁ ἕνας χειρότερος ἀπὸ τὸν ἄλλον! 


Μπὰς καὶ γλυτώσουμε καὶ κανὰ κρανίο αὐτοκράτορος ἀπὸ τὸ νὰ γίνει κούπα γιὰ κρασί... 

Ἔτσι εἶπα ἕνα βράδυ στὴ μάνα μου τὴ Σπαρτιάτισσα ποὺ γύριζε καὶ σφύριζε σὰν σπάνια βασιλικὴ ὀχιὰ σὲ ὅλους τοὺς διαδρόμους τοῦ Παλατιοῦ. Σὰν τὸ ἄκουσε, ἡμέρεψε ξαφνικά: 

Τὸ δικό σου κεφάλι; Ἄ! ὄχι! 

Κι ὕστερα σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς συνηθισμένες της μεταστροφές, μὲ ἅρπαξε στὴν ἀγκαλιά της καὶ μὲ ἔπνιξε στὰ φιλιὰ καὶ τὶς εὐχές. Μὰ τί νὰ τὸ κάνεις; Ἡ ἀρά, ἡ ἀρχαία κατάρα εἶχε πάρει ἤδη σειρά: 

Μοῦ παίρνεις τὰ παιδιά μου; Δίνεις τὶς θυγατέρες μου, θυσία στοὺς βαρβάρους; Γιὰ τὴν αὐτοκρατορία! Ὅλα γιὰ τὸν καταραμένο θρόνο! Ἄ! ποῦ παιδιὰ νὰ μὴν χαρεῖς καὶ ἀνάπαυση στὸ χῶμα ποτέ σου νὰ μὴν βρεῖς! 

Κι ἔτσι ἔγινε. Μὰ πέρασαν χρόνια. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἀντέξω. Καὶ ἄντεξα. Ὅλα. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν προδοσία...Αυτή δὲν τὴν συνήθισα ποτέ! 

Καὶ τὴν ὥρα ἐκείνη, ποὺ πάντα ἔρχεται στὸ τέλος μετὰ τὸν ἀχὸ καὶ τὴν ἀντάρα καὶ τὶς ἰαχὲς τῆς νίκης καὶ τὶς ἐπευφημίες, ἤθελα πάντα νὰ εἶμαι μόνος. Ἦταν ἡ δική μου ὥρα: Ἡ ὥρα τῆς ἀπόλυτης μοναξιᾶς τοῦ στρατιώτη. Τοῦ αὐτοκράτορα. Τοῦ στρατιώτη... 

Ἔτσι μόνος ἤθελα νὰ εἶμαι καὶ στὰ ἀρχαῖα πατήματα. Ὅταν μετὰ τὴ μεγάλη νίκη τοῦ Βορρᾶ, ποὺ ἔσωσα τὴν Μακεδονία μου, τὴν ἱερὴ γῆ τῶν προγόνων μου ἀπὸ τὴν ἀτίμωση καὶ τὴν καταστροφή - κι ἂς λένε ὅ,τι θέλουν οἱ ἄκαπνοι ποὺ δὲν τιμοῦν Θεὸ καὶ πίστη καὶ πατρίδα- 

πρὶν ἐπιστρέψω γιὰ τὸν θρίαμβο εἰς τὴν Πόλιν, πεθύμησα τὰ μέρη τοῦ Λεωνίδα. Ἦταν καὶ οἱ γραμματικοὶ κι οἱ λόγιοι καὶ ὁ δομέστικος ὁ μέγας ποὺ λέγαν συνεχῶς πὼς ἐκείνη ἡ νίκη στὰ στενὰ τοῦ Κλειδίου, ἦταν οἱ νέες Θερμοπύλες.. Πῆρα λοιπὸν κι ἐγὼ τὸ δρόμο τοῦ Νοτιᾶ, νὰ φτάσω ἐκεῖ ποὺ ἡ Σπάρτη τῶν προγόνων μου, ἀπὸ τῆς μάνας μου τὸ αἷμα, ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν κόσμο ὅλο. Καὶ ὅταν φτάσαμε στὰ Στενά, ἔδιωξα τὴ συνοδεία μου, δὲν ἤθελα κανέναν, μήτε στρατιώτη δίπλα μου. Μόνον ἕνα ντόπιο βοσκόπουλο, ἠλιοκαμμένο, ξεμάλλιαγο, ἔκπληκτο καὶ σχεδὸν ἄφωνο ἀπὸ τὸ βασιλικὸ ἀντάμωμα, ἄφησα γιὰ ὁδηγό. Κι ὅταν φτάσαμε στὸ σημεῖο, τοῦ εἶπα νὰ πάει παραπέρα, νὰ γυρίσει τὴν πλάτη καὶ νὰ μὴν τολμήσει νὰ κοιτάξει κατὰ τὸ μέρος μου, μέχρι νὰ τὸν φωνάξω ἐγώ. 

Ἔβγαλα τὸ διάδημα, τὸν πορφυρὸ μανδύα, τὸ σπαθὶ ἀπ΄το θηκάρι. Τὸ κάρφωσα στὸ χῶμα. Ἔκλινα τὸ γόνυ καὶ ἀκούμπησα τὸ μέτωπο στὴ χρυσῆ λαβή, μὲ τὸν Δικέφαλο Ἀετό. 

-"Σὲ πρόδωσαν,τού εἶπα ψιθυριστά. Γιατί τοὺς ἄφησες; Ἐγὼ δὲ θὰ τοὺς ἀφήσω ποτέ!" 

Σιωπή. Δὲν ἀκουγόταν τίποτε, οὔτε πέταγμα πουλιῶν, οὔτε φύλλων θρόϊσμα. 

Σιωπή. Καὶ μὲ πόνεσε τόσο αὐτὴ ἡ ἀπόλυτη σιωπή. Μὲ πόνεσε ποὺ ὁ χρόνος καὶ οἱ καιροί 

εἶχαν σιωπήσει τὸν ἀχὸ τῆς μάχης καὶ τοῦ Γενναίου τὴ λεβεντιά. Κι ὕστερα ...μὰ δὲν τὸ λέω πουθενά, γιατι εἶμαι ἄντρας καὶ στρατιώτης καὶ αὐτοκράτορας, κι ὄχι ἀλαφροΐσκιωτος καὶ νεραϊδοπαρμένος, ὕστερα... σὰν νὰ ἔπιασε νὰ φυσᾶ ἕνα ἀεράκι ἀπὸ ψηλὰ ποὺ ὁλοένα δυνάμωνε καὶ δυνάμωνε καὶ σὰ νὰ κουβαλοῦσε μιὰ φωνή: κοφτή, καθαρή, σὰν μαχαιριὰ νὰ κόβει τὸν αἰθέρα: Μολῶν λαβέ, μολὼν λαβέ, μολὼν λαβέεε.. 

Πρὶν σηκωθῶ, ἔσκυψα καὶ ἀργά, εὐλαβικὰ σὰν νὰ ἀσπαζόμουν εἰκόνα ἱερή, ἀκούμπησα τὰ χείλη μου στὸ χῶμα: 

Καὶ προδομένος τοὺς νίκησες. Καὶ νικημένος τοὺς νίκησες. Καὶ νεκρός, ζεῖς!" 


Στὴν ἐπιστροφή, ὁ μικρὸς βοσκὸς γύρισε γιὰ μιὰ στιγμὴ καὶ μὲ τὸ λαμπερό του μάτι μὲ κοίταξε. Πρὶν χαθεῖ στὶς φυλλωσιὲς εἶπε μὲ τὴν τραγουδιστὴ φωνή του: 

"Βασιλέα, ὁ βασιλιᾶς Λεωνίδας σοῦ μίλησε; Σοῦ μίλησε! Δὲν πέθανε. Ζεῖ! Καὶ μιλεὶ σ’ αὐτὸν ποὺ λογαριάζει ἄξιό του. Νὰ πᾶρε καὶ ἕνα δῶρο ἀπὸ ἐκεῖνον, ἀπὸ μένα, ἀπὸ τὶς Θερμοπύλες." 

Δὲν τὸν πρόλαβα. Χάθηκε σὰν ἀερικὸ καὶ πνεῦμα τοῦ δάσους. Ἔσκυψα καὶ πῆρα τὸ δῶρο. 

Μιὰ σιδερένια αἰχμή. Ἀπὸ δόρυ. Παλιό... Φύσηξα νὰ φύγει τὸ χῶμα, τὴν ἀκούμπησα πρῶτα στὸ μέτωπό μου κι ὕστερα τὴν ἔκρυψα στὸ θηκάρι μου. 

Στερέωσα καλὰ τὸ διάδημα στὴν κεφαλή μου, ἔριξα τὸ πορφυροῦν ὠμοφόριο μὲ τὸν χρυσὸ Δικέφαλο στὴν πλάτη μου καὶ προχώρησα πρὸς τὴν συνοδεία μου ποὺ ἀδημονοῦσε: -"Ἀναχωροῦμε! Κατεβαίνουμε εἰς Ἀθήνας. Θέλω νὰ ἰδῶ τὸν Παρθενῶνα. Ἑτοιμάστε τὰ δῶρα. Γιὰ τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό. Ἡ γῆ τῶν προγόνων μᾶς ὑποδέχεται μὲ δόξα καὶ τιμή. Ἂς τὴν τιμήσουμε καὶ ἐμεῖς!" 



Γιατι τὴν τίμησα τὴν πατρίδα. Ναί! τὴν τίμησα! Καὶ σὰν κατάλαβα τὸ τέλος, δὲ θέλησα τοῦ παλατιοῦ τὶς κλάψες καὶ τὶς ψεύτικες τιμές. Τί νὰ τὰ κάνω τὰ κούφια λόγια; Ὅλοι γύρω ἀπὸ τὴν βασιλικὴ κλίνη νὰ θρηνοῦν καὶ στὸ μάτι τους νὰ γυαλίζει τοῦ χρυσαφιοῦ ἡ ἀπληστία καὶ τοῦ θρόνου ἡ λαχτάρα. Ἔτσι διέταξα - γιατι τὸ μποροῦσα ἀκόμα- νὰ χαιρετίσω τὸ στρατό μου. Καὶ πέρασε ἀπὸ μπροστά μου ἡ πεῖρα καὶ ἡ πυρὰ τῆς Πόλης: Ὁ Μέγας Δομέστιχος καὶ οἱ Δοῦκες, οἱ Πατρίκιοι, οἱ Δρουγγάριοι καὶ οἱ Κατεπάνω. Οἱ νεαροὶ ὁπλῖτες καὶ οἱ εὐθυτενεῖς ἱππεῖς. Μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι. Ἀπὸ σεβασμό; Ἢ γιατι ρωτοῦσαν μυστικά, αὐτὸ ποὺ ἕνα ἀμούστακο ψιθυριστὰ μὲ ρώτησε, σὰν ἔσκυβε ἐμπρός μου γιὰ τὸ ὕστατο χαῖρε; 

-Ποῦ πᾶς ὦ! βασιλέα; Ποῦ μᾶς ἀφήνεις; Ἄρα θὰ τρώει ὁ ἄλλος στὸ ἴδιο μὲ μᾶς τραπέζι, ὅπως ἔκαμες ἐσύ; 

Τὸν κοίταξα. Σήκωσα ἀργὰ τὸ μουδιασμένο δεξί μου χέρι καὶ τὸ ἔφερα στὴν καρδιά. Στὴν καρδιὰ αὐτὴ ποῦ σταμάτησε νὰ χτυπᾶ λίγο πρὶν τὰ Χριστούγεννα τῆς χρονιᾶς ἐκείνης. 


Διαταγή μου νὰ ταφῶ μὲ τὴν σκευὴ ἑνὸς ἁπλοῦ στρατιώτη, ἔξω ἀπὸ τὴν Πόλιν εἰς τὸ Ἕβδομον, ἐκεῖ ποὺ συγκέντρωνα πεζικὸ καὶ ἱππικό, πρὶν τὶς μεγάλες ἐκστρατεῖες. Διαταγή μου νὰ εἶναι τὸ μνημεῖο ἁπλό. Διαταγή μου νὰ μὴν βάλουν στὸ μνῆμα χρυσᾶ καὶ κτερίσματα, παρὰ μόνον ἕνα σιδερένιο ξίφος. Σὲ κανέναν δὲν εἶπα πὼς πρὶν γείρω τὴν κεφαλὴ καὶ σβήσω καὶ ἐνῷ ὁ Πατριάρχης ἤδη μὲ εἶχε ἀκούσει προσεχτικὰ καὶ ἔκρινε νὰ μὲ μεταλάβει τῶν Ἀχράντων, ἔβαλα κρυφὰ στὸ στόμα μου καὶ κράτησα στὰ πίσω δόντια, ἕνα μικρὸ κομμάτι σίδερο. Μιὰ μυτερὴ ἄκρη ἀπὸ αἰχμὴ δόρατος. Ἕνα κομματάκι σίδερο παλιό, ποὺ ἕνα ἀναμαλλιασμένο βοσκόπουλο μοῦ εἶχε χαρίσει πρὶν χρόνια, ἐκεῖ στὶς Θερμοπύλες... 

Σὰν μὲ ξέθαψαν οἱ Φράγκοι, οἱ μόνοι ἀληθινοὶ ἐχθροί, οἱ δῆθεν ὁμόδοξοι, ἀπὸ τῆς φθονερῆς Δύσης τὰ σκοτεινὰ δάση καὶ τὰ βαλτωμένα πεδία, ναί! σὰν μὲ ξέθαψαν αὐτοὶ ποὺ ποτὲ δὲν ἡμέρωσαν - ὅσες πριγκίπισσες κι ἂν τοὺς στείλαμε γιὰ νύφες - αὐτοὶ ποὺ δὲν πρόλαβα νὰ τοὺς σταματήσω, μήτε νὰ ἀλλάξω Τὸ Θηρίο μὲ τὸ κόκκινο ὑπόδημα ποὺ τοὺς κανοναρχοῦσε καὶ τοὺς ἔστεφε καὶ τοὺς ἔστελνε ἐναντίον μας καὶ στὴ θέση καὶ τὸ θρόνο του ποὺ ζήταγε νὰ ὑψωθεῖ πάνω ἀπ’ τοῦ Χριστοῦ τὸ Θρόνο, νὰ βάλω ἄνθρωπο Φιλάγαθο, Ἰωάννη ὀνομαζόμενο, Ἕλληνα παλιό, ἀπὸ τῆς Καλαβρίας τὴ Μεγάλη Ἑλλάδα, αὐτοὶ ποὺ δὲν τοὺς πρόλαβα πρὶν μᾶς προλάβουν καὶ καταστρέψουν τὴν Πόλιν, τὸ κόσμημα τοῦ κόσμου, αὐτοὶ ποὺ χριστιανοὶ ὄντες, ἀνέσκαψαν μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ χρυσίου, τὸν τάφο ἑνὸς χριστιανοῦ, ἐπάνω στὸ θυμὸ καὶ τὴ λύσσα τους δὲν εἶδαν ἀνάμεσα στὰ δόντια τὸ μικρὸ κομμάτι ἀπὸ τὸ δόρυ τοῦ Μαραθῶνα. Κι ἂν κάποιος τὸ πρόσεξε μὲς τὸ μεθύσι καὶ τὴν παραλυσία, τί κατάλαβε; 

-Ἄ! ὡραῖος βασιλιᾶς ! Οὔτε ἕνα στέμμα στὸ κεφάλι, οὔτε ἕνα νόμισμα στὸ χέρι! Κι ἀντὶ γιὰ χρυσᾶ δόντια, ἔβαλε ἕνα σιδερένιο! 

Καὶ πρὶν φύγει τρεκλίζοντας κι ὁρμήσει σὲ καινούργιες λεηλασίες καὶ ἀτιμώσεις, αὐτὸς ὁ βαφτισμένος σταυροφόρος, τῆς Δύσης τὸ καμάρι καὶ τοῦ Θεριοῦ τὸ μακρὺ χέρι, ἔβγαλε ἀπὸ τὴν λερή του τσέπη ἕνα ξύλινο σουραύλι. Μιὰ φλογέρα. Τὴν φλογέρα ἑνὸς μικροῦ ἀναμαλλιάρη βοσκοῦ ποὺ πρὶν λίγο εἶχε σηκώσει τὸν κόσμο μὲ τὶς φωνές του: 

Τί κάνετε ἐκεῖ; Κάτω τὰ χέρια ἀπ’ τὸν βασιλέα μας!" 

Ὁ μεθυσμένος ἐπίδοξος ἐλευθερωτὴς τῶν Ἁγίων Τόπων, πρὶν σφηνώσει τὴν φλογέρα ἀνάμεσα στὰ δόντια μου, κάγχασε: 

-Μωρὲ σὰν τὸ κριάρι τὸν ἔσφαξα τὸν βοσκό. Μοῦ μεῖναν καὶ τὰ πρόβατα! Μόνον ποὺ μάτωσε καὶ τὸ σουραύλι! Ἄκου βασιλέας τους! Ἕνα μάτσο κόκκαλα κι οὔτε ἕνα δαχτυλίδι,κι οὔτε ἕνα χρυσὸ δόντι! Κρῖμα τὸν κόπο! Ἄστον λοιπὸν ἐκεῖ, νὰ σφυρίζει καὶ νὰ σουραυλίζει κι ἂς περάσουν χίλια χρόνια! 

Καὶ πέρασαν. Χίλια χρόνια. Καὶ χίλιες φορὲς αὐτοὶ ποὺ ἦλθαν γιὰ ἐλευθερωτές, ρήμαξαν τὴν πατρίδα. Καὶ βρῆκαν μέσα χίλιους πρόθυμους καὶ χίλιους Ἐφιάλτες καὶ χίλιους Λεκαπηνούς. Ἕτοιμους. Νὰ προδώσουν τὴν πατρίδα. Αὐτὴν ποῦ ἐγὼ ὁ Βασίλειος, ὁ πιστὸς ἐν Χριστῷ βασιλεύς, δὲν πρόδωσα. Ποτέ. 

Μὰ ἂς εἶναι. Τὸ αἷμα τοῦ βοσκοῦ μὲ ἔθρεψε. Ἡ μικρὴ σιδερένια αἰχμὴ ἀπὸ τῶν Θερμοπυλῶν τὸ δόρυ εἶναι ἀκόμη ἀνάμεσα στὰ δόντια μου. Κι ὅταν ὁ ἀέρας φυσᾶ δὲν ξέρω ἂν εἶναι ὁ αὐλὸς ἢ κάτι ἄλλο ποὺ φέρνει τὴ φωνὴ τοῦ μεγάλου προγόνου κοντά μου: Μολῶν Λαβέ! 

Καὶ τότε σκέπτομαι πὼς ὁ Ἀετὸς μὲ τὰ δυὸ κεφάλια, στέλνει τὴ φωνὴ σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση: 

Μολὼν Λαβέ! 

Καὶ ξυπνᾶ τὸ ἀρχαῖο αἷμα... 



Υ.Γ. 1ο: Στὶς 15 Δεκεμβρίου 1025 πεθαίνει ὁ αὐτοκράτωρ Βασίλειος Β΄ο ἐπονομαζόμενος Βουλγαροκτόνος, τῆς δυναστείας τῶν Μακεδόνων. 

Υ.Γ. 2ο: Στὶς 13 Ἀπριλίου 1204 οἱ Σταυροφόροι τῆς 4ης σταυροφορίας ἁλώνουν καὶ καταστρέφουν τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἱδρύουν λατινικό - φραγκικὸ κράτος. Ὅταν τὸ 1261 οἱ Ἕλληνες ἀνέκτησαν τὴν Πόλιν, βρῆκαν στὴν περιοχὴ Ἕβδομον, ἕναν σκελετὸ ὄρθιο στὸν ὁποῖο οἱ Φράγκοι εἶχαν βάλει περιπεκτικὰ μιὰ φλογέρα βοσκοῦ στὸ στόμα. Ἡ παρακείμενη σαρκοφάγος ἦταν κενή. Στὸ μάρμαρό της ὑπῆρχε χαραγμένη ἡ ἐπιγραφή: ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ. ΠΙΣΤΟΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ. 

Υ.Γ. 3ο: Τὴν 1η Αὐγούστου 1909, ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς ὁλοκληρώνει τὴν ποιητική του δημιουργία ἐκ 4.000 στίχων σὲ 12 Λόγους, μὲ τίτλο: Ἡ Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ .Ξεκινᾶ μὲ τὸν δεκαπεντασύλλαβο: 

Σβυσμένες ὅλες οἱ φωτιὲς οἱ πλάστρες μὲς τὴ Χώρα... 


Παρασκευή 16 Μαΐου 2025

Η Άλλη Ελλάδα - Λεωνίδας - Θερμοπύλες



 Ω ξεῖν’ ἀγγέλειν Λακεδαιμονίοις 

ὅτι τῆδε κείμεθα 

τος κείνων ρήμασι πειθόμενοι. 


-Δὲν εἶναι ἀλήθεια.
Δὲν εἶναι.
Ἐγὼ ποὺ τὸν γνώρισα 
ἐγὼ ποὺ τὸν πρόδωσα 

τὸ ξέρω καλά. 

Ἔχει κι ἡ προδοσία τὰ ὀφέλη της... 

Δὲν ἦταν μόνον οἱ Λακεδαιμόνιοι ὑπαίτιοι. 

Τοῦ πείσματος.

Καὶ τῆς πειθοῦς.


Ἦταν κι αὐτός.

Ὁ ἴδιος. 

Ὁ ἕνας. 

Ὁ Βασιλιᾶς. 

Χωρὶς στέμμα. 

Κι ὅμως... 


Ὅποιος τὸν ἔβλεπε -ἔτσι ἀγέρωχο καὶ σὲ πλήρη πολεμικὴ ἐξάρτηση- ὅποιος τὸν ἔβλεπε νὰ περνᾶ μέσα ἀπὸ τὶς μικρὲς φοβισμένες πολιτεῖες καὶ τὶς ἀτελείωτες τῆς Θήβας πεδιάδες καὶ τὰ μικρὰ στενὰ περάσματα στὴ γραμμὴ τῆς ρηχῆς παραλίας τῶν χωριῶν μας, ἤξερε, καταλάβαινε εὐθὺς πὼς αὐτός... δὲν ἦταν Βασιλιᾶς σὰν τοὺς ἄλλους. 

Γιατι βασίλευε ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους ποὺ δὲν προσκυνοῦσαν κανέναν. Οὔτε καὶ ὁ ἴδιος. 

Ποιός νὰ προσκυνήσει; Αὐτὸς ποὺ περπατοῦσε σὰν ἄλλος κανεὶς νὰ μὴν εἶχε πατήσει ποτὲ σὲ τούτη ἐδῶ τὴ γῆ; Αὐτός, ποὺ κρατῶντας τὸ κεφάλι σὲ εὐθεῖα γραμμή, μήτε ψηλὰ μήτε χαμηλά, ἔμοιαζε σὰν νὰ μὴν νοιάζεται ποιός στέκει καὶ τὸν θαυμάζει, ἔτσι ὑπερήφανο καὶ ὡραῖο, μὲ τὰ μακριά του μαλλιὰ νὰ λάμπουν , μὲ τὰ δυνατά του πόδια νὰ προβάλλουν σὲ κάθε νέο βῆμα, μὲ τὴν πανοπλία ποὺ φοροῦσε λὲς κι ἔγινε γι’αυτόν, μόνον γιὰ αὐτόν, τὸν ἕναν ἀπὸ τοὺς δυὸ βασιλιᾶδες τῆς μακρινῆς ἀφρούρητης πόλης. Τῆς Σπάρτης! Τῆς πόλης ποὺ δὲν ἤθελε τείχη γιατι -λέει- ἄνδρες σὰν κι αὐτὸν φθάναν. 

Ἄνδρες σὰν κι αὐτόν! Καὶ μεὶς οἱ ὑπόλοιποι δηλαδὴ τί ἤμασταν; Δὲν ἤμαστε ἄντρες ἐμεῖς; Μὲ ὄνομα, μὲ γονιούς, μὲ γυναῖκα καὶ παιδιά, ἄντρες μιᾶς πόλης ἤμαστε κι ἐμεῖς. Πόλεις μὲ τείχη καὶ πύλες καὶ βασιλιᾶδες καὶ ἄρχοντες. Λογικοὺς βασιλιᾶδες καὶ ἄρχοντες. Ποὺ ξέρουν νὰ ζυγιάζουν τὸν ἐχθρὸ καὶ τὸν κίνδυνο. Καὶ κοιτοῦν τὸ συμφέρον τους καὶ τὸ ὄφελος τῶν ἀντρῶν τους καὶ ὅλων ὅσοι ζοῦν στὶς πόλεις τους. 

Ἄντρες εἴμαστε ὅλοι. 

Ὅμως αὐτοὶ ποὺ κατέφθασαν στὸ τέλος ἑνὸς ζεστοῦ καλοκαιριοῦ κι ἐνῷ οἱ μεγάλοι ἀγῶνες στὴν Ὀλυμπία εἶχαν ξεκινήσει, ναὶ αὐτοὶ μὲ τοὺς ἐρυθροὺς μανδύες ριγμένους σχεδὸν ἀνέμελα στὸν δεξί τους ὦμο, σὰν νὰ πήγαιναν σὲ γάμο καὶ σὲ χαρὰ μεγάλη, μὲ τὰ μακριὰ μαλλιὰ ποὺ πρόβαλλαν σγουρὰ καὶ λάμποντα κάτω ἀπὸ περικεφαλαῖες χαλκοῦ στίλβοντος, αὐτοὶ ποὺ εἶχαν διασχίσει σὲ σχηματισμὸ φάλαγγος τὴ μισὴ Ἑλλάδα καὶ ἔμοιαζαν λὲς καὶ μόλις εἶχαν τελειώσει τὸ λουτρό τους στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ τους, τοῦ Εὐρώτα -ποὺ κάποιοι τὸν λογίζονταν γιὰ θεὸ ἰσχυρὸ καὶ ἀνίκητο- ναὶ αὐτοὶ ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν φημισμένο Βασιλιᾶ τους βαδιζοντας μόλις ἕνα βῆμα πίσω του, μὲ τὶς στρογγυλές τους ἀσπίδες καὶ τὸ Λάμδα τους νὰ σχηματίζει σὰν διαβήτης τὸν μυστικὸ κύκλο τῆς πόλης καὶ τῶν ἐθίμων τους καὶ τῶν μοναδικῶν δικῶν τους κωδικῶν, αὐτοὶ τοῦ Ταϋγέτου οἱ Λάκωνες, ἔκαμαν ὅλους ἐμᾶς νὰ μοιάζουμε μὲ κάτι, ποὺ κάποτε θύμιζε... ἄντρες! Τί ντροπή! 

Τί μεγάλη ντροπή! Κοκκίνισαν μέχρι κι οἱ συνήθως ἄχρωμες παρειές μου σὰν τοὺς πρωτοαντίκρισα κρυμμένος πίσω ἀπὸ τὰ ἁρμυρίκια τῆς μικρῆς πόλης ποὺ σιμὰ στὸν κλειστὸ καὶ ἀβαθῆ κόλπο, ἔγινε τὸ καταφύγιο τοῦ πατέρα μου καὶ τὸ δικό μου κατόπιν. Καὶ στὰ χαμηλὰ καὶ λασπωμένα παράλια μαζὶ μὲ τὰ καλάμια, τὶς βουρλιὲς καὶ τὶς ἀραιὲς πρασινάδες, ἔθρεψε μὲ προστατευτικὴ ὑγρασία καὶ τὰ δικά μας σχέδια γιὰ μιὰ ἤρεμη προστατευμένη ζωή. Τὴ ζωὴ ἀνθρώπων λογικῶν καὶ νοικοκυρεμένων. Καὶ μπορῶ νὰ πῶ πὼς τὰ καταφέραμε. Τὰ καταφέραμε νὰ ζοῦμε ὅπως τὸ αἷμα μας ἐπιτάσσει ἐδῶ καὶ αἰῶνες: ἥσυχα, ἀθόρυβα σχεδόν...Ναι, τὰ καταφέραμε, νὰ εἴμαστε σχεδὸν ἀόρατοι καὶ νὰ διαβιοῦμε λάθρα. 

Μέγα κατόρθωμα! Διότι ὅλοι ἐδῶ - σὲ τούτην τὴ χρυσῆ καὶ γαλανὴ καὶ διαρκῶς ἐρωτευμένη μὲ τὴν ἐλευθερία της χώρα, ἕναν καημὸ φαίνεται νά’χουν, ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ πατέρας ποὺ τοὺς ἤξερε καὶ τοὺς μελετοῦσε χρόνια: νὰ ἀποκαλύπτονται. Νὰ εἶναι συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως παρόντες, δηλώνοντας τὴ γενιά τους, τὴν πόλη, τὴν καταγωγή, τοὺς προγόνους καὶ τοὺς ἥρωές τους -ὅλοι ἔνδοξοι, ὅλοι ἀτρόμητοι καὶ φημισμένοι- μιὰ ἀτέλειωτη σειρὰ θεῶν, ἡμιθέων καὶ ἡρώων νὰ φουσκώνει τὰ πανιὰ τῶν μεγάλων τοὺς ὀνείρων καὶ νὰ γεμίζει ἐφιάλτες τὸν ὕπνο ἡμῶν τῶν ὑπολοίπων... 

Τόσο φαίνεται εἶχε κουράσει τὸν πατέρα ὁ συνεχὴς ὕμνος τῶν προγόνων, ποὺ γιὰ νὰ ταράξει τὰ μεγαλόπνοα ὄνειρα τῶν ἀπογόνων, ἀποφάσισε νὰ μοῦ δώσει τὸ πιὸ ἀσυνήθιστο ὄνομα: Ἐφιάλτης! 

Κι ὅταν τοῦ θύμισαν ὅτι αὐτὸ εἶναι ὄνομα δαίμονος ποὺ ζηλεύοντας τὸν ὕπνο τῶν ἀνθρώπων κάθονταν πάνω στὴν ἀναπνοή τους καὶ τοὺς ἔπνιγε τὴν ἀνάσα καὶ τοὺς ἔκανε νὰ βλέπουν μαῦρα ὄνειρα, ἐκεῖνος σήκωσε τοὺς ὤμους. Καὶ καθὼς ξέκοβε ἀπὸ τοὺς ἄλλους μουρμούρισε αὐτὸ ποὺ θὰ ἐπαναλάμβανε συχνὰ καὶ καθὼς μεγάλωνα καὶ κράταγε πιὰ ἡ μνήμη μου λόγια καὶ εἰκόνες, γράφτηκε μέσα μου γιὰ πάντα: 

"Καλύτερα νὰ πνίγει ὁ γιός μου τὴν ἀνάσα καὶ τὰ ὄνειρα τῶν ἄλλων, πρὶν τὸν πνίξουν αὐτοί. Ἐφιάλτης εἶναι ἕνα καλὸ ὄνομα. Κι ἂν εἶναι δαίμονα ὀνομασιά, ἀκόμη καλύτερα... Ποιός ἄλλος ἐξὸν ἀπὸ ἕναν δαίμονα μπορεῖ νὰ τὰ βάλει μαζί τους;" 


Βέβαια μεγαλώνοντας, ντρεπόμουν γιὰ τὸ ὄνομα αὐτὸ ποὺ τὸ’χαν γιὰ κατάρα καὶ μάλωνα μὲ ὅσους μὲ περιγελοῦσαν καὶ στὸ μεταξὺ ἔφτιαχνα σχέδια μυστικά, σχέδια ἐκδίκησης. Ὁ περίκλειστος κόλπος, ὁ ἥσυχος μισοβαλτωμένος κόλπος μὲ τὰ καλάμια καὶ τὰ ἀσημοπούλια, τριγυριζόταν ἀπὸ ψηλὰ βουνά. Ἔβοσκα τὰ λιγοστὰ ζωντανά μου, πούλαγα τὴν πραμάτεια μου καὶ στεκόμουν μακριά. Κρυβόμουν καὶ μάθαινα. Μονοπάτια καὶ περάσματα τὰ μελέτησα καὶ τὰ ἔμαθα καλύτερα κι ἀπὸ τοῦ Ὁμήρου τὰ ἔπη. Κι ὅταν τύχαινε νὰ μὲ ρωτήσουνε διαβάτες, ταξιδιῶτες καὶ ἔμποροι κατὰ ποὺ ὁδηγεῖ τὸ μονοπάτι αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο, ἐγὼ σήκωνα τοὺς ὤμους καὶ δὲν ἀπαντοῦσα. Δὲ μιλοῦσα, μὰ περίμενα. Τί; Πότε θὰ φανοῦν οἱ κατάλληλοι ἄνθρωποι. Τὰ σωστὰ ἀφεντικά. Κι οἱ βασιλιᾶδες ποὺ ξεχωρίζουν ἀπὸ ὅλους, μὲ τὰ πλούτη τους καὶ τοὺς σκλάβους τους καὶ τὴν βαριὰ χρυσῆ κορώνα στὴν κεφαλή τους. Σωστοὶ βασιλιᾶδες. Κι ὄχι σὰν κι αὐτὸν ποὺ πέρασε ἀπὸ μπροστά μας, ἀπ’ τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά μας, γιὰ νὰ ἀνέβει καὶ νὰ πιάσει τὰ Στενὰ καὶ δὲν καταδέχτηκε οὔτε ἕνα στέμμα -ἀπὸ χαλκὸ ἔστω- νὰ βάλει στὸ κεφάλι του. Καὶ περπατοῦσε μαζὶ μὲ τοὺς στρατιῶτες του, σὰν νὰ’ταν ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἀκόμα ἔτρωγε καὶ ἔπινε μαζί τους! 

Αὐτὸ τὸ ξέρω καλὰ καὶ τὸ’δα μὲ τὰ μάτια μου σὰν τοὺς πῆγα γάλα καὶ τυρὶ ἀπὸ τὰ ζωντανά μου. Καὶ ὅπως σήκωσα λίγο τὰ μάτια γεμίζοντας τὸν ἁπλὸ πήλινο κύλικα, τὸν εἶδα ἀπὸ κοντά: Εἶχε βγάλει τὴν περικεφαλαία μὲ τὸ φαιοκόκκινο λοφίο καὶ εἶχε σκύψει στὴν πηγὴ νὰ πλύνει πρόσωπο καὶ χέρια. Καὶ ἔτσι ὅπως ἀνασήκωσε τὸ κεφάλι καὶ τίναξε πίσω τὰ μακριὰ μαλλιά του, ἐκεῖνα λάμψανε σὰν καπνισμένο χρυσάφι στὸ φὼς καὶ σὰν περήφανη χαίτη χρυσόμαλλου λιονταριοῦ. 

Καὶ τότε κάποιος τὸν ἐφώναξε Λεωνίδα! 

Καὶ εὐθὺς σκέφτηκα καὶ ζύγισα. Αὐτός... ὁ Λεωνίδας. Ὁ γιὸς τοῦ Λέοντα. Τὸ παιδὶ τοῦ λιονταριοῦ. 

Κι ἐγώ... ὁ Ἐφιάλτης. Ὁ γιὸς τοῦ δαίμονα. Τοῦ ὕπνιου. Ποὺ κλέβει καὶ μαυρίζει τὰ ὄνειρα τῶν ἀνθρώπων. 


Δὲν μπόρεσα νὰ μὴν μισο γελάσω πικρά, καθὼς μάζευα τὴ λιγοστή μου πραμάτεια. Καὶ δὲν ξέρω τί μὲ ἔπιασε καὶ ποιός δαίμονας σκοτεινὸς ὁδήγησε τὸ λογισμό μου, ξαφνικὰ ἅρπαξα τὴν περικεφαλαία ποῦ ἦταν ἀκουμπισμένη δίπλα στὴν πηγὴ κι ἔκανα νὰ στολίσω μ αὐτὴν τὰ λιγοστὰ μαλλιά μου.. 

Τὸ Θηρίο δίπλα του, ποὺ τὸν βοηθοῦσε νὰ βγάλει τὸν κόκκινο μανδύα καὶ νὰ κάτσει στὰ λιθάρια ἐκεῖ ποὺ ἔφτιαξαν πρόχειρο τραπέζι, ὅταν μὲ εἶδε πετάχτηκε σὰν ἀστραπὴ καὶ σὰν ἀστρίτης, ἅρπαξε τὴν περικεφαλαία , μὲ ξάπλωσε στὸ χῶμα καὶ μὲ τὸ πόδι του μὲ πάταγε στὸ στέρνο. Πρὶν προλάβει νὰ βγάλει τὸ κοντομάχαιρό του ἀπὸ τὸ θηκάρι, ἕνα χέρι ἁπλώθηκε καὶ κράτησε τὸ δικό του. Καὶ μιὰ φωνή. Μιὰ φωνὴ ποὺ ἀκόμα μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ἠχεῖ στ’αυτιά μου καὶ θαρρῶ πὼς θὰ τὴν ἀκούω ὥσπου νὰ πεθάνω. Μιὰ φωνὴ βασιλική... Καὶ τότε κατάλαβα γιατι αὐτός, ὁ Λεωνίδας τῆς Σπάρτης, δὲν εἶχε χρεία στέμματος καὶ χρυσῆς κορώνας.. Μιὰ φωνὴ ποὺ θὰ τὴν θυμᾶμαι μέχρι νὰ σβήσω καὶ νὰ χαθῶ γιὰ πάντα: 

-Διηνέκη! Δεῖξε οἶκτο. 


Καταλάβατε; Καταλάβατε ἐσεῖς ποὺ κατηγορεῖτε αἰῶνες ὁλόκληρους τὸν ἱερόσυλο καὶ τὸν ἄπατρι, τὸν φιλοχρήματο ἀχρεῖο ξωμότη, τὸν Ἐφιάλτη; Τὸν Ἐφιάλτη, τὸν Προδότη! 


Οἶκτος. Λύπηση ἀνακατεμένη μὲ ἀπέχθεια καὶ σιχασιὰ ἴσως γιὰ τὸν φουκαρᾶ τὸν κακομοίρη τὸν στραβοκάνη μὲ τὰ καλαμοπόδαρα, ποὺ τόλμησε νὰ βάλει στὸ λιγδιασμένο του κεφάλι τοῦ Βασιλέα τὸ κράνος τὸ τρανό. 

-Χάσου, σφύριξε τὸ Θηρίο κι ἐγὼ πισωπερπάτησα μισοπροσκυνῶντας καὶ μουρμουρίζοντας εὐχαριστίες καὶ φρόντισα νὰ χαθῶ ἀπὸ τὰ μάτια τους. 


Ἔτσι καθὼς κουτρουβαλοῦσα στὴν πλαγιὰ σκυφτὸς καὶ βιαστικός, γύρισα μόνον μιὰ στιγμὴ καὶ τὸν κοίταξα γιὰ τελευταία φορά. Καὶ μὲς τὸ δειλινό, μοῦ φάνηκε πὼς γύρω του ἄναβαν φωτιές. Κι αὐτὸς στὴ μέση λέοντας σωστός. Καὶ τὰ Θεριὰ δίπλα καὶ τριγύρω του, βγάναν τὶς περικεφαλαῖες, ἀκουμποῦσαν τὶς ἀσπίδες, στρώναν τὰ μαλλιὰ καὶ ἔστηναν χορό. 

Γιὰ μιὰ στιγμή μου φάνηκε πὼς μὲ κοίταξε κι ἐκεῖνος. Καὶ σάν...να χαμογέλασε... Ἕνα ἁδρὸ σχεδὸν ἀδιόρατο χαμόγελο μαλάκωσε θαρρεῖς τὶς κοφτὲς γωνίες τοῦ ὡραίου του προσώπου. Καὶ ἔτσι χαμογελαστὸς καὶ ἀγέρωχος μέσα ἀπ’τις φλόγες τὶς πορφυρές, λὲς καὶ σταμάτησε νὰ μοιάζει μὲ ἄνθρωπο θνητό. Ἡ μορφή του ἄρχιζε νὰ θυμίζει τοὺς θεούς, τοὺς ἠμίθεους καὶ τοὺς ἥρωες ποὺ τόσο ἀγάπαγε τοῦτος ὁ λαός... Καὶ τότε ἦρθε μιὰ φωνή, ἡ Φωνή του. Ἥσυχη. Σίγουρη. Καθοριστική. Νὰ ἐπαναλαμβάνει σὰν ὕμνο καὶ σὰν παιᾶνα καὶ σὰν ἀρχαῖο ρητό, κάτι ποὺ τότε δὲν μποροῦσα νὰ ξεχωρίσω μὰ τώρα χρόνια μετά, τὸ ἀκούω συνέχεια πρωΐ καὶ βράδυ νὰ ἠχεῖ στ’αυτιά μου, νὰ μοῦ κλέβει τὴν ἀκοὴ καὶ νὰ μὴν μπορῶ πουθενὰ νὰ βρῶ ἀνάπαυση. 

Δυὸ λέξεις μόνον. Μοναχὰ δυὸ λέξεις: Μολῶν λαβέ! 

Νὰ ἐπαναλαμβάνονται συνεχῶς στὸν ἴδιο τόνο, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, νὰ περνοῦν μέσα ἀπ’τις Πύλες τὶς Θερμές, νὰ ἀντηχοῦν στὰ ἴδια αὐτὰ Στενά:

Μολῶν λαβέ... Μολῶν λαβέ... Μολῶν λαβέ..


Μὰ δὲν ἄντεξα ἄλλο καὶ κυνηγημένος ἀπ τὸν ἀντίλαλο,, κατέβηκα τρέχοντας σχεδὸν καὶ ἔφτασα στὸ μονοπάτι. Τὸ μονοπάτι τὸ δύσκολο τὸ κακοτράχαλο, ποὺ διέσχιζε τὸ δάσος μὲ τὶς παλιὲς βελανιδιὲς ποὺ λίγοι τὸ γνώριζαν. Ἐγὼ τὸ περπατοῦσα καὶ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια. Τὸ μονοπάτι ποὺ εἶχε καὶ ὄνομα: Ἀνοπαία ἀτραπός. 

Καὶ μόνον σὰν εἶδα κάτω στὴ μεγάλη πεδιάδα καὶ τριγύρω στὸν περίκλειστο κόλπο τὶς φωτιὲς καὶ τὰ μιλιούνια ἀπὸ τὸν ἀμέτρητο στρατὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλιᾶ μὲ τὴν βαριὰ κορώνα καὶ τὸ χρυσὸ θρόνο, μόνον τότε σταμάτησα. Πῆρα ἀνάσα, κοίταξα ψηλὰ κατὰ τὰ Στενά, σήκωσα τοὺς ὤμους καὶ προχώρησα πρὸς τὸ στρατόπεδο τῶν χρυσοφόρων Μήδων. 

Ὡστόσο καὶ πρὶν κατεβάσω τὸν χαμηλό μου πῖλο μέχρι τὰ μάτια, μὲ πρόφτασε ἡ φωνή του γιὰ ἄλλη μιὰ φορά: ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ! 

Ἔκλεισα μὲ τὰ δυό μου χερια τὰ αὐτιὰ καὶ προχώρησα. Ὁ μεγάλος βασιλεὺς εἶχε πλέον ἀφιχθεῖ..... Μυριάδες ὑπηρέτες καὶ δοῦλοι ὑποχρεωτικοὶ καὶ σκλάβοι πρόθυμοι εἶχαν στήσει τὴ βαρύτιμη σινικὴ σκηνή του καὶ εἶχαν στρώσει χαλιὰ χρυσοκέντητα γιὰ νὰ πατήσει. Μὰ ἔτσι ὅπως διάβαινε χιλιοπλουμισμένος καὶ ἀργοκίνητος γιὰ νὰ ἀνεβεῖ στὸ θρόνο του, ἄρχισαν οἱ ἀνατολίτικοι ἐπίμονοι ἦχοι καὶ οἱ στριγγιὲς μουσικὲς ποὺ ἔμοιαζαν μὲ μοιρολόϊ ἀργόσυρτο καὶ θρῆνο σὲ τρόπο λυδικό. Καὶ ἔτσι δὲν ἄκουσε ὁ Μέγας Βασιλεύς, τὴν ἀγέρωχη δωρικὴ φωνὴ ψηλὰ ἐκεῖ στὰ Στενά... 


Τὴ φωνὴ ἐκείνου, τοῦ Λεωνίδα, ποὺ αὔριο καὶ ὕστερα καὶ μετὰ καὶ γιὰ τὸ τώρα καὶ γιὰ ὅλους τοὺς αἰῶνες, σφράγισε τὶς Θερμοπύλες καὶ τὸν προδότη καὶ τοὺς βαρβάρους καὶ τὸν κόσμο ὁλόκληρο, μὲ δύο λέξεις μόνον: 

ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ

Και έτσι μ
ς νίκησε γιά πάντα…


Υ.Γ.1 Ὁ Ἐφιάλτης ὁδήγησε τοὺς Πέρσες, ὥστε νὰ χτυπήσουν τοὺς Σπαρτιᾶτες πισώπλατα ἀπὸ τὸ μονοπάτι ποὺ ὀνομαζόταν Ἀνοπαία Ἀτραπός. 

Υ.Γ.2 Στὴν πρόταση τοῦ Ξέρξη νὰ παραδώσει τὰ ὅπλα καὶ νὰ ἀποχωρήσει μὲ πλούτη ἀμύθητα, ὁ Λεωνίδας ἀπήντησε μὲ δύο λέξεις: Μολῶν Λαβέ. 


Τετάρτη 23 Απριλίου 2025

Η Άλλη Ελλάδα - Τα παιδιά της Σαμαρίνας

 


                                              

                                            Καὶ σεῖς μωρὲ παιδιὰ κλεφτόπουλα 

                                                    παιδιά της Σαμαρίνας... 




Στὴν Πίνδο γεννηθήκαμε. 

Στὸ Μεσολόγγι κοιμηθήκαμε. 

Τοῦ αἵματος τὸν ὕπνο... 

Ὄχι ὅλοι. 

Ὅσοι μείναμε 

φέρουμε βάρος μεγάλο. 

Ἔτη πολλὰ τὸ κουβαλοῦμε. 


Βάρος ἀσήκωτο. 

Ἴδρως μέχρι νὰ φτάσουμε. 

Μᾶς βάρυνε τὰ χέρια. 


Βάρος μεγάλο. 


Κανεὶς δὲν ξέρει 

τί βαριὰ εἶναι μιὰ φουστανέλα. 


Ἡ φουστανέλα τοῦ ἀρχηγοῦ 

ἐζύγιζε χρυσάφι. 


Βαριά. 

Λερωμένη. 

Ματωμένη. 


Κάθε σταγόνα αἷμα 

καὶ μιὰ λέξη. 

Κάθε λέξη 

μιὰ μουσική. 


Καὶ ἔτσι γίνηκε 

ὁ θάνατος 

τραγούδι. 


Τὸ πήραμε καὶ μείς 

ὅσοι μείναμε 

-τόσοι ὅσα τὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ- 

καὶ κάναμε κατὰ τὰ βουνά 

ψηλὰ στὴ Σαμαρίνα. 


Νιφτήκαμε 

συγυριστήκαμε 

κι ἔτσι λουσμένοι 

καὶ λευκοί 

μείναμε ἐκεῖ στῆς Πίνδου τὶς κορφές 

νὰ τραγουδᾶμε καὶ νὰ προσμένουμε... 


Μιὰν Ἄλλη Ἔξοδο.. 

Καὶ μιὰν Ἄλλη Ἑλλάδα..


Υ.Γ. Τέλη Μαρτίου 1826 κατέβηκαν ἀπὸ τὴν Σαμαρίνα- 1450 μέτρα ψηλὰ στὴν Πίνδο- 120 μαχητὲς ὑπὸ τὴν ἀρχηγία τοῦ καπετάνιου Μίχου Φλώρου, γιὰ νὰ πολεμήσουν στὸ πλευρό τῶν Ἐλεύθερων πολιορκημένων τοῦ Μεσολογγίου. Τὴν νύχτα τῆς Ἐξόδου ἔπεσαν ηρωικά μαχόμενοι οἱ περισσότεροι καὶ ὁ Μίχος Φλῶρος. Τὰ τελευταῖα του λόγια καὶ τὴν στερνή του πεθυμιά γράψανε τὰ παλληκάρια του στὴ φουστανέλα του. Οἱ 33 ποὺ ἐπέζησαν καὶ ἐπέστρεψαν στὴν Πίνδο εἶχαν μαζί τους τὸ ματωμένο ροῦχο τοῦ ἥρωα καὶ ἕνα μοιρολόϊ- ὕμνο λεβεντιᾶς. Κι ἔτσι ἔμειναν γιὰ πάντα:

Τὰ παιδιά της Σαμαρίνας. 


Δευτέρα 21 Απριλίου 2025

Η Άλλη Ελλάδα - Μεσολόγγι- Έξοδος




Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπή 

στὸν κάμπο βασιλεύει... 



Πάει καιρὸς ποὺ μιὰ Σιωπή 

φωνάζει στὶς πόλεις καὶ στὰ λιγοστὰ χωριά. 

Μιὰ σιωπὴ βοᾶ ἐκκωφαντικὰ καὶ κάποτε σπαρακτικά. 

Κανεὶς δὲν τὴν ἀκούει. 

Ἢ ἔτσι φαίνεται... 

Ἐπιστρατεύει μαχητές, ποιητές, τραγούδια καὶ ὕμνους παλαιούς. 

Ἡ Σιωπή. 

Καὶ μὲ τίποτα δὲ δέχεται τὴ βουβαμάρα ἑνὸς ὁλάκερου Γένους. 

Καὶ μὲ τίποτα δὲν ἀντέχει τὴν σιγὴ τῶν ποιητῶν. 

Καὶ μὲ τίποτα δὲ συνηθίζει πὼς πιὰ ζεῖ στὸν ἴδιο τόπο, 

ἀλλὰ μὲ ἄλλο λαό. 

Καὶ μὲ τίποτα δὲν ἀντέχει τον αρχαίο φόβο

 τῶν σκλαβωμένων ἀπολιόρκητων. 

Γιατι βλέπετε αὐτὴ ἡ μοναδικὴ Σιωπὴ εἶχε μάθει νὰ ζεῖ 

μὲ τοὺς Ἐλεύθερους Πολιορκημένους. 


Καὶ εἶχε μάθει νὰ τοὺς συντροφεύει στὴν πεῖνα 

στὴ δίψα 

στὴν ἀπελπισιά 

στὸν θάνατο τὸν ἴδιο. 

Καὶ εἶχε μάθει νὰ κοιτᾶ πρὸς τὴν Ζάκυνθο

 καὶ νὰ μαζεύει τὰ λόγια καὶ τὰ δάκρυα 

τοῦ μοναχικοῦ κόντε ποὺ ἔτυχε νὰ γίνει ποιητής. 

Ποιητὴς μιᾶς μακρυνῆς λησμονημένης χώρας 

καὶ ἑνὸς ξεχασμένου λησμονημένου λαοῦ. 

Ἀρχαίου λαοῦ.

 Τόσο ἀρχαίου καὶ παλιοῦ 

ποὺ κανεὶς δὲν τὸν θυμόταν πιά. 

Κι ὅταν ὁ κόντε διάλεξε νὰ γίνει ποιητής 

κάποιοι γέλασαν. 

Κι ὅταν οἱ λησμονημένοι διάλεξαν νὰ γίνουν πατρίδα 

κάποιοι ἔκλαψαν 

καὶ κούνησαν τὸ κεφάλι καὶ εἶπαν λόγια πικρά, λόγια ἀληθινά, τῆς λογικῆς τὰ λόγια. 

Αὐτὰ ποὺ ὁ ποιητὴς δὲν ἔμαθε ποτέ. 

Μήτε ὁ μοναχικὸς λαός. 

Κι ἔτσι μοναχικοὶ καὶ παράξενοι κι οἱ δυό- ποιητὴς καὶ λαός- ἀποφάσισαν νὰ μείνουν γιὰ πάντα πολιορκημένοι. 


Κάποτε ὅμως ἄκουσαν τὴ φωνὴ τῆς Μεγάλης Σιωπῆς, αὐτῆς ποὺ τριγυρνοῦσε πάνω ἀπὸ τὸ ἔνδοξο ἁλωνάκι καὶ ἔνιωσαν βαθιὰ μέσα στὴν πεινασμένη καὶ διψασμένη καὶ ἀπελπισμένη ψυχή τους πὼς ἕνας δρόμος πιὰ ὑπάρχει: 

Αὐτός, τῆς Ἐξόδου. 

Καὶ ἔτσι

 τὴν ὥρα τῆς σκληρῆς προδοσίας 

καὶ τῶν αἱματοβαμμένων Βαΐων 

καὶ τῆς φλεγόμενης πυριτιδαποθήκης 

αὐτοὶ ἔμειναν γιὰ πάντα 

οἱ Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι. 


Ὕστερα ὁ ποιητὴς μὲ τὴν εὐγενικὴ καταγωγή 

τὴν λευκὴ κεφαλή 

τὴν ἀρχαία μοναξιά 

ἔμεινε ἐκεῖ μαρμαρωμένος 

νὰ κοιτᾶ τὸν ἔνδοξο τόπο. 

Πρίν 

εἶχε προλάβει νὰ γράψει 

πὼς τὰ μάτια του δὲν εἶδαν τόπον ἐνδοξότερον ἀπὸ τοῦτο τὸ ἁλωνάκι... 


Ναί. 

Ἔμεινε ὁ ποιητὴς στὸ νησί του 

καὶ οἱ πολιορκημένοι στὴν Έξοδό τους 

λαμπροὶ καὶ λευκοὶ καὶ παράδοξα μετέωροι σὲ γαλάζια σύμπαντα 

μὲ βάγια καὶ δάφνες καὶ μυρτιὲς νὰ τοὺς στεφανώνουν ἀενάως. 

Μείναμε καὶ μείς 

στὴν ἄκρα τοῦ τάφου σιωπή 

μόνοι 

χωρὶς ποιητές 

χωρὶς ἐλεύθερους πολιορκημένους. 

Καὶ δὲ μᾶς μένει ἄλλος δρόμος 

οὔτε ἄλλη ὁδός 

εἰ μὴ μόνον 

νὰ σηκώσουμε τὸ σκυμμένο κεφάλι 

καὶ νὰ ἀνοίξουμε τὰ σκοτισμένα μάτια 

καὶ νὰ δοῦμε καὶ νὰ ἀκούσομε 

τὴ Μεγάλη Σιωπή. 


Αὐτὴ ποὺ χρόνια βοᾶ καὶ σπαράζει καὶ λέγει: 

Ἔξοδος


Ἔξοδος! Γιατι κάποιοι κάποτε σᾶς λευτέρωσαν 

καὶ σεὶς γινήκατε πάλι σκλάβοι.

 Σκλάβοι τυφλοὶ καὶ κωφοί. 

Καὶ μὲς τὶς φυλακές σας πιστέψατε πὼς εἶστε ἐλεύθεροι. 

Καὶ μὲς τὴν πλάνη σας ἐλησμονήσατε ποιητὲς καὶ ἁλωνάκια ἔνδοξα. 

Καὶ θαρρέψατε πὼς τὸ Μεσολόγγι μιὰ φορὰ ἦταν. 

Καὶ πὼς ἐλεύθεροι πολιορκημένοι πιὰ δὲ χρειάζονται. 

Καὶ πὼς τὰ Βάγια καὶ τὰ Ὡσαννὰ κρατᾶνε γιὰ πάντα. 

Καὶ πὼς ἡ Σταύρωση ἔχει καταργηθεῖ. 

Καὶ ἔτσι κανεὶς δὲν προσμένει τὴν Ἀνάσταση. 


Μὰ τὸ νοῦ σας! 

Ἔρχεται ἡ νύχτα. Ἔρχεται ἡ ὥρα ἡ προκαθορισμένη. 

Τότε ποὺ οἱ φίλοι οἱ λιγοστοὶ θρηνοῦν 

καὶ οἱ πολλοὶ ἐχθροὶ γιορτάζουν. 

Καὶ τὰ μαχαίρια ἀκονίζουν. 

Καὶ μὲς τὴ νύχτα καὶ τὸ πυκνὸ σκοτάδι 

λάμπουν τα σκυλόδοντα καὶ ἀλυχτοῦν οἱ λύκοι. 

Καὶ τότε... 

τότε 

μήτε ἕνας ποιητὴς δὲ θὰ βρεθεῖ νὰ κλάψει μὲ τὰ δάκρυά σας 

καὶ νὰ χορτάσει μὲ τὰ λόγια του τὴν πεῖνα σας 

καὶ νὰ ξεδιψάσει μὲ τοὺς στίχους του τὴν δίψα σας. 

Γιατί ξεχάσατε τὴ νύχτα των Βαγιῶν 

καὶ πνίξατε τοὺς ποιητές σας 

πρὶν προλάβουν τοὺς ὕμνους τους νὰ γράψουν. 


Τὸ νοῦ σας! 

Γιατι ἡ ἀρχαία θυσία θυμᾶται. 

Καὶ οἱ πολιορκημένοι σφράγισαν

 μὲ αἷμα καὶ φωτιὰ καὶ βάγια 

τὴ λευτεριά. 

Καὶ μόνον σὰν γευτεῖτε καὶ σεὶς τῆς δάφνης τὴ γεύση τὴν ἀψιά 

καὶ ἀκούσετε τὰ ὡσαννὰ πνιγμένα μὲς τὸ αἷμα καὶ στῆς φωτιᾶς 

τὴν καθαρὴ θυσία 

μόνον τότε θὰ καταλάβετε

 ὅτι ἄλλος δρόμος πιὰ δὲν ἀπομένει. 

Παρὰ μόνον ἡ Ἔξοδος. 

Εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀνεβαίνοντας μὲ τὸ Σταυρὸ στοὺς ὤμους 

ὁδηγεῖ ποιητές, χῶρες καὶ λαοὺς στὸν ἕναν καὶ μοναδικὸ προορισμό: 

ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ. 


Υ.Γ. 1/ Τη νύχτα της 10ης πρός 11η  Απριλίου 1826 οι `Ελεύθεροι Πολιορκημένοι τού Μεσολογγίου επιχείρησαν την Μεγάλη Έξοδο. Ξημέρωνε Κυριακή των Βαΐων.

Υ.Γ.2/ Ο Διονύσιος Σολωμός, με την μοναδική ποιητική του ευφυΐα ανύψωσε τους
πολιορκούμενους τού Μεσολογγίου σε Ελεύθερους Πολιορκημένους και τους παρέδωσε ακέραιους στην αιωνιότητα και στην ουράνια γαλήνη, απολύτως θριαμβευτές ακόμα και μέσα στην ψυχή των ίδιων των εχθρών τους.

Σάββατο 15 Μαρτίου 2025

Ἡ Ἄλλη Ἑλλάδα- Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

 Τὸ χέρι τοῦ Κολοκοτρώνη




 

Ἡ Μεγάλη Ἀρχαία ἔχει ἁλωθεῖ. 
Οἱ κάτοικοι δὲν τὸ ἔχουν ἀντιληφθεῖ. 
Καὶ προχωροῦν ἀμέριμνοι. 

Τὸ ἄγαλμα ὅμως γνωρίζει. 
Καὶ ἔτσι 
καβάλα στὸ ἄλογο 
τείνει τὸ χέρι τὸ δεξί. 
Καὶ δείχνει.
 
Στ΄αριστερό 
κρατᾶ τὴ σπάθα. 
Τὸ αἷμα ποὺ δὲν στέγνωσε 
στάζει στοῦ ἄλογου 
τὸ ἀνασηκωμένο πόδι. 

Τὶς νύχτες 
τὶς νύχτες 
ποὺ ἡ πολιτεία τῶν νεκρῶν 
βυθίζεται σὲ ὕπνο ταραγμένο 
ὁ Ἀναβάτης σκύβει 
στοῦ ἀλόγου τὸ αὐτί 
Σὲ γλῶσσα γνώριμη 
τοῦ ψιθυρίζει: 
-Κοντεύουμε, 
ἀγάντα! 
Ἐκεῖνο 
ἑτοιμάζεται 
Σηκώνει ποδάρι. 
Καὶ ἔτσι τοὺς βρίσκει τὸ πρωί... 

Τὸ ἄλογο σὲ ἐκκίνηση. 
Ὁ Γέρος νὰ δείχνει. 
Καὶ οἱ ὑπνωτισμένοι 
νὰ ἀποροῦν: 
-Μὰ πρὸς τὰ ποῦ πάει 
τὸ ἄλογο 
κι ὁ καβαλάρης ποιός; 
Τί σήκωσε πρωί- πρωί 
τὸ χέρι τὸ δεξί; 
Καὶ μὲ τὸ δάχτυλο γραμμή 
κάτι μᾶς δείχνει. 
Καὶ πρὸς τὰ ποῦ κινάει; 
Κι ὕστερα... 
Γιατί στρέφει τὴν κεφαλή 
καὶ πίσω του κοιτάει; 
Ποιούς περιμένει νὰ τὸν ἀκολουθήσουν; 
Μήπως ἐμᾶς; 
Μὰ δὲν ξέρει πόσο εἴμαστε κουρασμένοι; 
Καὶ ἐπί τέλους 
τί τὰ θέλουμε πιά 
αὐτὰ τὰ ἀγάλματα; 
Ὦ! Ἂς συσταθεῖ μιὰ ἐπιτροπὴ σοφῶν 
νὰ ἀποφασίσει! 
Οἱ ἁρμόδιοι! 
Μὰ δὲν βλέπουν πιά 
πόσο κουραστικά 
εἶναι αὐτὰ τὰ ἀγάλματα; 



ΜΑΣ ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΡΕΛΛΟΥΣ.
ΗΜΕΙΣ, ΑΝ ΕΙΜΕΘΑ ΤΡΕΛΛΟΙ 
ΔΕΝ ΕΚΑΝΑΜΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.





-Βέβαια, ἐσὺ Στρατηγέ μου, δὲν ξέρεις ἀπὸ ἐπιτροπές, ἁρμόδιους, σοφούς, προσκυνημένους καὶ ἄλλα τέτοια, ποὺ σ΄έκαναν νὰ ρίχνεις πίσω τὴν κεφαλὴ καὶ νὰ γελᾶς μὲ γέλιο πλούσιο, χορταστικό, ποὺ χόρταινε κι ἐσένα καὶ τὰ παλληκάρια σου ποὺ σὲ ἀγαποῦσαν καὶ σὲ πίστευαν καὶ δὲ χαμπάριαζαν ἀπὸ Νενέκους ποὺ σούρνονταν στὴ γῆς καὶ προσκυνοῦσαν. Ναί. Γέλαγες μὲ κάτι τέτοια καμώματα, γέλαγες ὅταν δὲν θύμωνες. Καὶ εἶχες ἕναν θυμό! Σὲ τρόμαζαν καὶ τὰ βουνὰ τῆς Ἀρκαδίας! Ἕναν θυμό! Αὐτός μας ἐλευθέρωσε. Γιατι εἶπες μέσα σου, Στρατηγέ μου, εἶπες μέσα σου τόσο σιγανά, ποὺ μόνον ἐσὺ καὶ ἡ Παναγιὰ τ΄ακούσατε, εἶπες: Ὡς ἐδῶ! Τέλος ἡ σκλαβιά! 

Καὶ τέλειωσε. Ὄχι εὔκολα, ὄχι ξεκούραστα, ὄχι σὲ μιὰ μέρα... Μὰ τέλειωσε. Γιατι πρῶτα εἶχε τελειώσει στὸ μυαλὸ καὶ τὴν καρδιά σου. Καὶ εἶπες: Ποτὲ πιὰ ραγιᾶς! Καὶ τράβηξες καὶ τοὺς ἄλλους. Εἶχες τέτοιον θυμό, ποὺ τράβηξες- ὄχι μόνον τοὺς ἕτοιμους ποὺ μοιάζαν λὲς καὶ σὲ περίμεναν νὰ φανεῖς ἀπὸ τὰ Τρίκορφα γιὰ νά ΄ρθοῦν στὸ κατόπι σου- ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ τρέμαν καὶ φοβόνταν καὶ ἔλεγαν:- ἄντε καὶ φέτο τὸ κεφάλι στοὺς ὤμους μας. Κεφάλι προσκυνημένο, δὲν πέφτει ποτέ.Ἔτσι ἔλεγαν καὶ ἔσκυβαν. Μὰ δὲν εἶχαν ὑπολογίσει τὸ θυμό σου. Τὸ θυμό σου- ποὺ σὰν ἀρχαῖο κοιμισμένο γιὰ αἰῶνες θεριό- ξύπνησε μὲς τὰ σωθικά σου, ἄνοιξε τὸ ἕνα μάτι, ὕστερα τὸ ζερβί, ἀνακλαδίστηκε, τεντώθηκε, πάτησε πόδι. Καὶ τότε φάνηκε τὸ μέγεθος καὶ τὸ μεγαλεῖο. Τέτοιος θυμὸς ποὺ ὧρες- ὧρες τὸν ἐτρόμαζες καὶ σὺ ὁ ἴδιος. Ναί. Σὲ τρόμαζε, Στρατηγέ μου, ὁ ἴδιος ὁ θυμός σου. Καὶ σὲ ποιόν νὰ τὸ πεῖς καὶ σὲ ποιόν νὰ τὸ μολογήσεις; Πρόστρεχες τότε στὴν Παναγιά, Τὴν εἶχες σὲ ἐκτίμηση, Μάνα σου Βασίλισσα καὶ Μάνα τοῦ λαοῦ σου. Πρόστρεχες καὶ ἔσκυβες ἐμπρός Της, ποιός; Ἐσύ! Ποὺ Τοῦρκο δὲν φοβήθηκες, οὔτε ἀγᾶ, οὔτε μπέη. Σ’Αυτήν ὅμως προσκύναγες καὶ ἔκλεινες τὸ γόνυ. Καὶ ἔλεες καὶ ἔλεες, ἱστοροῦσες τὸν καημό σου καὶ τὸν ἀρχαῖο τὸν θυμό. Καὶ ζήταγες συγγνώμη. Μὰ σὰ σήκωνες τὸ βλέμμα στὸ Ἅγιο Πρόσωπό Της, τὴν ἔβλεπες κι Αὐτὴ Θυμωμένη. Καὶ σὰ νὰ’χε πετάξει τὴν καλύπτρα καὶ στὸ κεφάλι φόραγε τὴν περικεφαλαία. Θαῦμα μέγα! Καὶ τότε ἀνασηκωνόσουν, σκούπιζες τὰ μάτια, φοροῦσες τὴν δική σου περικεφαλαία, τίναζες γιὰ λίγο τὴ χαίτη τὴν ἀλογίσια, ἅπλωνες τὸ χέρι μπροστὰ καὶ σιγοσφύριζες. Τὰ παλληκάρια στὸ κατόπι σου, ὁρκίζονταν πὼς ἄκουγαν στὸ σφύριγμά σου ἐπάνω, τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ, τὸν μέγα ὕμνο. Καὶ πρὶν τὶς μάχες ἔβλεπαν μιὰ γυναῖκα πανώρια νὰ τραβᾶ μπροστὰ ἀρματωμένη καὶ ξέραν καὶ γνωρίζανε πὼς ἦταν θυμωμένη. Κι ἔτσι, ἔτσι ἀκριβῶς Στρατηγέ μου, ἑνώθηκαν οἱ θυμοί σας καὶ μᾶς λευτέρωσαν. Ὄχι ὅλους, ὄχι ὅλα, μὰ ἦρθε μιὰ λευτεριά. Μὲ πόνο, μὲ αἷμα, μὲ δάκρυα, μὲ λεβεντιὰ καὶ προδοσία, μὲ ὅλα καὶ μὲ πολὺ θυμό. Ἔτσι ἦρθε. Κι ἂν χάθηκαν πολλοί, ποὺ ἄξιζαν νὰ ζοῦν καὶ νὰ χαροῦν, κι ἂν ἦρθαν ἄλλοι ποὺ τοὺς ἄξιζε τὸ μαῦρο τὸ σκοτάδι κι ἂν ἀνέβηκαν σὲ θρόνους καὶ κατέβασαν ἐσένα σὲ φυλακή, τί μ’αυτό; Κι ἂν γκρέμισαν τὸν Ὀδυσσέα καὶ λάβωσαν τὸν Γιώργη καὶ τύφλωσαν τὸν Νικήτα καί χτύπησαν στὴν καρδιὰ τὸν Κυβερνήτη, τί μ’αυτό; Ἐσὺ ξανανέβηκες στὸ ἄλογο. Φόρεσες τὴν περικεφαλαία, σήκωσες τὸ χέρι τὸ δεξὶ καὶ δείχνεις. Δείχνεις καὶ περιμένεις, Καὶ σὰν στρέφεις τὴν κεφαλή, βλέπεις πίσω σου λαό. Καὶ σὰν μισοκλείνεις τὰ μάτια καὶ κοιτάζεις καλύτερα, βλέπεις ἀνάμεσό τους, τὸν Ὀδυσσέα, τὸν Γιώργη, τὸν Νικήτα μὲ τὰ μάτια του νὰ λάμπουν καὶ τὸν Πάνο σου, τὸν πρωτογιό, τὸ καμάρι σου. Καὶ ναί! Ὁ μαυροφορεμένος ἄνδρας μὲ τὸ ἀσημένιο κεφάλι ποὺ ξεχωρίζει ἀνάμεσα σὲ ὅλους, εἶναι ἐκεῖνος: Ὁ πρῶτος, ὁ ἀκέραιος, ὁ μόνος Κυβερνήτης. Μὴν κοιτᾶς, Στρατηγέ μου τὴν πληγὴ στὸ στῆθος του. Καὶ μὴ φοβᾶσαι πὼς θὰ ξανανοίξει. Ξέχασε το. Συχώρεσε το. Ὁ ἴδιος τὸ’χει κιόλας συχωρήσει. Καὶ μαζὶ ἔχει συχωρήσει κι ὅλους ἐμᾶς. Ποὺ σᾶς ἀφήσαμε. Καὶ σᾶς ξεχάσαμε. Καὶ δώσαμε στὰ παιδιὰ μας, τῆς λήθης τὸ νερό. 

Καὶ σκύψαμε. Καὶ ἔτσι σκυφτοὶ καὶ δίχως μνήμη, περιμένουμε τὸ τέλος.

Μὴν μᾶς ἀκοῦς, Στρατηγέ! Δὲν ξέρουμε ποὺ πᾶμε καὶ πρὸς τὰ ποὺ βαδίζουμε. Μᾶς θόλωσαν τὸ νοῦ μαυροκορδάτοι καὶ ὕαινες. Τί θαρρεῖς; Μόνον ἐσένα ρῖξαν στὰ μπουντρούμια καὶ στὰ κάγκελα τὰ σιδερένια; Ἐσὺ καὶ πίσω ἀπ’τα κάγκελα, ἤσουν λεύτερος. Γιατι ἡ ψυχὴ σου δὲ γνώρισε σκλαβιά. Τώρα τὰ κάγκελα εἶναι παντοῦ. Στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιά μας. Γιαυτὸ μὴν μᾶς ἀκοῦς, Στρατηγέ. Ἐσὺ μπροστά! Ἔχεις θυμό. Ἔχεις σχέδιο. Ἔχεις ἔγκριση. Ἔχεις τάξιμο νὰ ξεπληρώσεις. Γιατι Της τὸ εἶπες καὶ Τῆς τὸ ἔταξες καὶ φίλησες τὴν ἄκρια τοῦ σπαθιοῦ σου.Τί; 

Ὦ! Μὴν ξεχνᾶς, Στρατηγέ μου καὶ μὴν θυμώνεις γιὰ τὴν δική μας ἀτολμιά. Ἐσὺ κράτα. Καὶ πᾶρε τὸν Κυβερνήτη μαζὶ στὸ ἄλογό σου. Καὶ ὁ ἕνας μὲ τὴ φουστανέλα του κι ὁ ἄλλος μὲ τὸ μαῦρο του τὸ ροῦχο, ξεκινῆστε. Πίσω, ἔρχονται οἱ δικοί σας. Καὶ παραπίσω, ἐμεῖς. Γιατι νὰ ξέρεις καὶ τὸ ξέρεις βέβαια, γιαυτὸ μισογελᾶς κάτω ἀπὸ τὰ μουστάκια, πὼς κάποιοι δὲν ἤπιαν ἀπ’ τῆς λήθης τὸ νερό. Καὶ ἄλλοι τὸ μισογεύτηκαν καὶ τὸ’φτυσαν ἀμέσως. Καὶ θυμοῦνται. Καὶ σᾶς θυμοῦνται. Καὶ περιμένουν. Πότε θὰ ξεκινήσεις. 

Στὸ μεταξύ- καὶ ἐρήμην τῶν ἁρμοδίων καὶ τῶν σοφῶν- τὰ κάγκελα τῶν φυλακῶν μας λυγίζουν. Καὶ δὲν εἶναι ἀπὸ φωτιά, μήτε ἀπὸ λεπίδι. Ἕνας ὕμνος παλιός, ποὺ ἄρχισε ἀπὸ παιδιοῦ μουρμουρητὸ καὶ πέρασε στὰ στόματα τοῦ πλήθους, θέριεψε κι ἔγινε φωνὴ καὶ γκρέμισε τὶς φυλακές. Ἕνας ὕμνος. Τὸν ξέρεις. Σὲ νανούριζε ἡ μάνα σου μωρὸ καὶ στὸ’γραψε μὲς τὴν ψυχή σου. Ἐσὺ ξέρεις τί ψάλλει ὁ λαός σου.

 Εἶναι τὸ τάμα σου, ἡ ὑπόσχεση, τὸ δεξί σου χέρι.

 Τὸ σήκωσες, τὸ ὕψωσες καὶ δείχνεις σ’έναν λαὸ τὸ πεπρωμένο του.

 Καὶ στὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό, τὴν Πόλη.

 Τὴν Πόλη Της! 



Υ.Γ. Ο έφιππος ανδριάντας τού Αρχιστράτηγου Θεόδωρου ΚΟΛΟΚΟΤΡΏΝΗ φιλοτεχνήθηκε
από τον γλύπτη Λάζαρο Σώχο. Χρησιμοποιήθηκε υλικό από τα κανόνια της Επανάστασης τού '21  που υπήρχαν στο Κάστρο τού Παλαμηδίου. Το ορειχάλκινο άγαλμα βρίσκεται επί της οδού Σταδίου στην πόλη των Αθηνών. Το δεξί χέρι τού Στρατηγού είναι τεντωμένο εμπρός και οριζόντια. Ο προτεταμένος δείκτης δείχνει προς ορισμένη κατεύθυνση.

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2025

Ἡ Ἄλλη Ἑλλάδα - Νικηταράς



Ὑπάρχουν ἄνθρωποι 

ποὺ βαδίζουν 

μὲ μοναδικὴ ἁρματωσιά 

ἕνα σπαθί. 

Τόσοι πόλεμοι 

τόσες μάχες. 

Ἕνα σπαθί. 

Ἕνα λάφυρο. 


Ἄ! κι ἕνας ἀδελφός. 

Μικρός. 

Ἐτῶν ἕνδεκα. 

Τὸ αἷμα του. 

Στὸν Χριστὸ μπροστά. 

Τὸν Ἑλκόμενο. 

Στῆς Μονεμβασιὰς τὸ κάστρο. 

Τὸ αἷμα του τὸ παιδικό. 

Ποὺ ἀντάμωσε καὶ πότισε καὶ ἔγινε ἕνα 

μὲ τοῦ πατέρα τὸ αἷμα. 

Τὰ κεφάλια στὴν Τρίπολη. 

Τὰ σώματα...πού; 



Κι ἐσὺ μακριά. 


"Φύγε Νικήτα!" σοῦ εἶπε ὁ πατέρας. 

"Φύγε, βγάλε φτερά, βρὲς τοὺς ἄλλους καὶ σιμὰ στὴ βρύση τῶν Θεριῶν ἀνταμώνουμε". 


Ἔφυγες. Δὲν ἤθελες. Ἔφυγες. 

Γιατί; Ἦταν ἡ σιγουριὰ στὴ φωνὴ τοῦ πατέρα; Ἦταν ποὺ ὁ λόγος του στὴ νεανική σου ψυχὴ μέτραγε κάτι παραπάνω ἀπὸ νόμο; Πάντως ἄκουσες καὶ πέταξες καὶ ἔφυγες. Καὶ πρόφτασες τοὺς ἄλλους στὴ βρύση τῶν Θεριῶν. 

Ἔφυγες. Μὰ ἀκόμα κρατᾶς τὸ χέρι τοῦ μικροῦ. Κι ἀκόμα μετανοιώνεις ποὺ ὑπάκουσες στὸν πατέρα, ποὺ λυπήθηκες τὰ παρακάλια τοῦ μικροῦ ποὺ’θελε νὰ μείνει καὶ δὲν τὸν βούτηξες στὴν ἀγκαλιά σου τὴ μεγάλη, τὴν ἀδερφική, νὰ τὸν ἐγλυτώσεις. 

Τὸ μόνο ποὺ ἔμεινε στὸ χέρι σου τὸ δεξὶ ἦταν τὸ ἄγγιγμά του καὶ ὁ ἴδρως ἑνὸς παιδιοῦ ἕντεκα χρονώ, τοῦ μικροῦ Ἰωάννη, τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἔτσι ὅπως ἀνηφορίζατε στὰ καλντερίμια τοῦ Κάστρου καὶ τὸν κρατοῦσες νὰ μὴν ἀφήσει την ἀπαλάμη σου τὴν μεγάλη καὶ μὴν πάρει τρεχάλα τα στενοσόκακα τῆς Μονεμβασιὰς καὶ τὸν ἐχάσεις ἀπὸ τὰ μάτια σου. 

Μὰ τὸν ἔχασες... 

Τὸ μόνο ποὺ σοῦ ἔμεινε ἦταν τὸ ἄσπρο του κεφαλομάντηλο. Τό’βγαλε 

γιὰ μιὰ στιγμὴ γιὰ νὰ σκουπίσει τον ἴδρω. Τὸ’βγαλε καὶ λάμψανε τὰ μαλλάκια του κάτω ἀπὸ τὸ λακωνικὸ φώς. Καὶ τότε σοῦ΄ρθε νὰ πεῖς: 

-Γιαννάκο ἀδερφέ μου, θὰ τὴ λευτερώσουμε τὴν πατρίδα, μὴν σκιάζεσαι! 

Καὶ τὴν Τριπολιτσὰ θὰ πατήσουμε! 

Ἐκεῖνος, γυρίζοντας γιὰ μιὰ στιγμή, σὲ κοίταξε μὲ τὰ μάτια τοῦ ἐλαφιοῦ καὶ εἶπε σοβαρά: -Τὸ ξέρω. Ἐσὺ θὰ τὴν λευτερώσεις Νικήτα! Ἐσὺ καὶ τὸ σπαθί σου! Κι ὕστερα χαμογέλασε καὶ φάνηκαν τὰ νέα φρέσκα του δόντια. 

-"Νὰ τὰ προσέχεις ἀγόρι μου...Το νοῦ σου...Αυτά θὰ τὰ κρατήσεις γιὰ πάντα!" Ἔτσι τὸν ὁρμήνευε ἡ μάνα σας. 

Ποὺ νὰ’ ξερε ἡ μαυρομάνα... Ποῦ’να ξερε πὼς τὸ γιὰ πάντα τοῦ Ἰωάννη, ποὺ ἦταν τὸ στερνοπούλι της καὶ τὸ φὼς τῶν ματιῶν της, αὐτό το γιὰ πάντα θὰ κράταγε ἕντεκα χρόνια, ὅλα κι ὅλα. 

Ναί...ήταν τὸ φὼς τῶν ματιῶν της καὶ τῶν δικῶν σου ματιῶν... 

Αὐτῶν τῶν ματιῶν ποὺ δὲν δύνανται πιὰ νὰ δοῦν. Σβησμένα, μποροῦν μόνον νὰ δακρύζουν καὶ νὰ ἀναθυμιοῦνται. 


Τὴ λευτέρωσα τὴν πατρίδα Γιαννάκο μανάρι μου! Καὶ τὴν Ντρομπολιτσὰ τὴν ἐπατήσαμε. Ἐθύμωσε ὁ Θοδωράκης πολὺ σὰν ἦρθε τὸ μαντᾶτο καὶ οἱ κεφαλές σας πεσκέσι. Καὶ τὶς ἐκρέμασε ὁ μπέης στὴν μεγάλη πλατεῖα νὰ τὶς θωροῦν οἱ γκιαούρηδες νὰ τρέμουν ἀπὸ τὸν φόβο. Ἔτσι εἶπε. 

Κι ὁ Θοδωρῆς ἔτρεμε. Μὰ ὄχι ἀπὸ φόβο. Πότε σκιάχτηκε ὁ θειός, γιὰ νὰ σκιαχτεῖ καὶ τώρα; Μόνον ποὺ κοίταζε ἀπὸ τὰ Τρίκορφα τὴν Τρίπολη 

χάμω ἁπλωμένη καὶ πλούσια μὲ χορτασμένους μπέηδες καὶ χαραμοφάηδες ἀγᾶδες καὶ προεστοὺς λαμπροὺς σκυμμένους καὶ προσκυνημένους καὶ λαὸ πολύ, ραγιᾶ καὶ γκιαούρη -ἔτσι τὸν ἐθέλανε- νὰ κουβαλᾶ τὶς πραμάτειες καὶ νὰ μὴν ἔχει μήτε βιὸς μήτε τιμή...ναί, ἔτσι κοίταζε ὁ Θοδωρῆς τὴν πόλη μας γιὰ ὥρα πολλή. Ὕστερα γύρισε κατὰ τὸ μέρος μου τὴν λευκή του κεφαλὴ καὶ μοῦ΄πε: - Ξέρω πὼς θὰ τὴν πατήσουμε. Γιατι θὰ τὴν πατήσουμε τὴν Ντρομπολιτσὰ Νικήτα, μάθε το. Στὸ λέω ἐγὼ ὁ Θοδωρῆς, ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ θειός σου . Δυὸ ἀδελφάδες πήραμε ὁ πατέρας σου κι ἐγώ. Παιδιὰ γερὰ μᾶς φτιάξανε. Φάγανε τὰ σκυλιὰ τὸν πατέρα σου καὶ βάλανε στὸ χέρι τὸν μικρό. Τοῦρκο τὸν ἐθέλανε καὶ τὸν ἐπαρακαλούσαν νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Γενίτσαρο τὸν ἐθέλανε. Μὰ ἐκεῖνος -ἕντεκα χρονὼ παιδί- καὶ εἶπε: 

-Ἐγὼ θὰ πάω ἐκεῖ ποὺ εἶναι κι ὁ πατέρας μου. Τὸν ἐχαλάσατε; Ἔ! χαλάστε καὶ μένα. 

Ἔτσι ἀπεκρίθη. Ἕντεκα χρονώ... 

Καὶ τοῦτα τὰ γομάρια -καὶ σήκωσε τὸ δάχτυλο κατὰ τῶν προεστῶν τὰ θεριεμένα ὑποστατικά- ἔ! ἐτοῦτα τὰ γομάρια τρέμουν τὸν Τοῦρκο. Μὰ δὲν εἶναι μόνο ὁ φόβος γιὰ τὸν Τοῦρκο... Εἶναι καὶ τὸ βιός τους ποὺ λογαριάζουν. Καὶ σκύβουν. Αἰῶνες ὁλάκερους σκύβουν. Γιὰ τὰ κεφάλια τους. Καὶ γιὰ τὴν τσέπη τους. Βάρυνε τὸ πουγκί, Νικήτα, βάρυνε τὸ πουγκί, τοὺς ξέρανε τὸ χέρι. Ποῦ νὰ πιάσουν τουφέκι, ποῦ νὰ κρατήσουν σπαθί! Ὅμως ἐμεῖς Νικήτα, ἐσὺ Νικήτα, μὴν ἀφήκεις τὴ σπάθα ἀπὸ τὸ χέρι. Ἀκοῦς; ποτέ! Μέχρι νὰ λευτερωθοῦμε. Καὶ τὰ γομάρια τί θὰ κάμουν; Θὰ ἔλθουν στὸ κατόπι. Ἔχουν δαῦτοι μύτες καλές. Λαγωνικά. Μυρίζονται τὸν νικητὴ καὶ ἀκολουθάνε. Καὶ μεὶς θὰ νικήσουμε. Ἀκοῦς ἀνηψιέ; 

Σήκωσε τὸ κεφάλι. 

-Κοίτα τὴν Τρίπολη. Τὴν θωρεῖς: Ἔ! πὲς ὅτι εἶναι κιόλας δικιά μας. 

Αὐτὰ εἶπε κι ὕστερα γονάτισε, μὲ τράβηξε ἀπ’το χέρι, γονάτισα δίπλα του κι ἐγώ. Σκύψαμε τὸ κεφάλι. 

Ὁρκίσου, εἶπε σιγανά. Ὁρκίσου κι ἂς μᾶς σχωρέσει ὁ Ἀφέντης ὁ Χριστός, ποὺ δὲ θέλει νὰ πιάνουμε τὸ ὄνομά Του ἔτσι στὸ βρωμόστομα μας. Μὰ ἐμεῖς θὰ ὁρκιστοῦμε στὴν Μάνα Του, Νικήτα. Στὴν Παναγιὰ θὰ ὁρκιστοῦμε. Εἶναι ἄθρωπος αὐτή -Παναγία ἀλήθεια- μὰ ἦτον ἄθρωπος, γυναῖκα καὶ μάνα. Ἔχασε παιδί. Τῆς τὸ σταυρώσανε. Ἀμοὶ καὶ θὰ καταλάβει. Ὁρκίσου, Νικήτα, στὸ ὄνομα Της, πὼς ἀπὸ σήμερα θὰ μάχεσαι καὶ γιὰ τὸν πατέρα καὶ γιὰ τὸν ἀδελφό. Καὶ δὲ θὰ ἀφήκεις τὸ σπαθὶ ἀπ’το χέρι, μέχρι νὰ λευτερωθοῦμε. Ἀκοῦς; Γιατι θὰ λευτερωθοῦμε, Νικήτα. Θὰ λευτερωθοῦμε! 

Ἔτσι εἶπε. Ὕστερα πῆρε ἕνα κλαράκι ἀπὸ τὶς μυρτιὲς καὶ τὰ ἀγριοπούρναρα ποὺ φύτρωναν ἕνα γύρω, τὸ’στρωσε λίγο στὴν ἄκρια, κάθησε στὸ χαμηλὸ βράχο ποὺ ἔμοιαζε λὲς καὶ φτιάχτηκε γι’αυτόν, κοίταξε πρὸς τὴν Τρίπολη καὶ κάτι ἄρχισε νὰ σχεδιάζει στὸ χῶμα ἀπάνω. 

Ἐγὼ σηκώθηκα, ἔκαμα τὸ σταυρό μου, ἀγνάντεψα κατὰ τὸ νοτιᾶ, σκέφτηκα γιὰ λίγο τὴν ἐκκλησιὰ τοῦ Χριστοῦ στὴ Μονεμβασιὰ ποὺ τόσο εὐλαβιόταν ὁ πατέρας καὶ ἤθελε καὶ σὲ μᾶς νὰ τὴν δείξει- ἐκεῖ ποὺ σ’έσφαξαν κι ἔκανε τὸ αἷμα σου Σταυρὸ καὶ θαύμασαν μέχρι καὶ οἱ ἀγαρηνοί-πῆρα βαθιὰ ἀνάσα. Τόσο βαθιὰ ποὺ μὲ πονέσαν τὰ σωθικά μου. 

Ὕστερις, ἔβγαλα τὸ κεφαλομάντηλό σου ἀπὸ τὸ σαλάχι καὶ τὸ’δεσα στὴν κεφαλή μου. 

Ὁ Θοδωρῆς σήκωσε γιὰ λίγο τὰ μάτια του, μὲ κάρφωσε κι ὕστερα ἔσκυψε καὶ συνέχισε τὰ σχέδια στὴν ξερὴ γῆ τῆς Ἀρκαδίας. Ἔτσι καθὼς ἄρχισα νὰ ροβολῶ ἀπὸ τὰ Τρίκορφα, τὸν ἄκουσα νὰ μονολογεῖ: 

-"Αὐτὸ εἶναι! Ἔτσι θὰ τὴν πατήσουμε!" 

Καὶ τὴν ἐπατήσαμε! Εἶχε δίκιο ὁ Θοδωράκης. Τὴν ἐπατήσαμε τὴν Τριπολιτσά. Καὶ τοὺς ἐδιώξαμε, μὰ δὲ λευτερωθήκαμε. Ἀναπνέαμε ὅμως λεύτερα καὶ μπορούσαμε νὰ κάνουμε ὄνειρα. Τί σπουδαῖο πρᾶγμα! Ὄνειρα, μετὰ ἀπὸ τόσους αἰῶνες σκλαβιᾶς! 

Τί νὰ σοῦ ἱστορήσω, Γιαννάκο; Τί νὰ σοῦ πρωτοειπῶ; Σάματι δὲν τὰ εἶδες ἀπὸ κεὶ ψηλὰ ποὺ σ’ανέβασαν τοῦ Θεοῦ οἱ Ἀγγέλοι; Γιὰ μήπως δὲν ἤσουν μαζί μου, δίπλα μου, κάθε λεπτό, κάθε στιγμὴ τοῦ ἀγῶνα; Γιατι ἤτανε Ἀγῶνας Μέγας αὐτός, τὸ ξέρεις, τὸ εἶδες...Κανείς καὶ τίποτα δὲ σοῦ χαρίζει τὴ λευτεριά, ἂν δὲν ἁπλώσεις ἐσὺ τὸ χέρι νὰ τὴν ἁρπάξεις. Κι ἂν δὲ γίνει ἕνα τὸ χέρι σου μὲ τὸ σπαθί. Τὸ δικό μου γίνηκε... 

Κοίτα τὸ χέρι μου τὸ δεξιό, κοίτα το, Ἰωάννη, ἀδερφέ μου. 

Τρία σπαθιὰ ἄλλαξα καὶ χάλασα, ἐκεῖ στὰ Δερβενάκια. Τὸ τέταρτο πιὰ κόλλησε στὸ χέρι, κι εἶδαν καὶ ἔπαθαν οἱ γιατροὶ νὰ τὸ ξεκολλήσουν. 

Γιατι, ἀδελφέ μου, ἄκουσα τὸ θειό μας, τὸν Θεόδωρο. Καὶ πολεμοῦσα καὶ γιὰ τὸν πατέρα, καὶ γιὰ τὸν Ζαχαριά, καὶ γιὰ ὅλους πρὶν καὶ γιὰ ὅλους μετά... Μὰ τὸ πιὸ πολὺ γιὰ σένα ἀδερφέ μου. Θαρρῶ, πιὸ πολὺ γιὰ σένα... Γιατι ἤσουν μόνον ἕντεκα χρονὼ πουλὶ καὶ δὲν πρόφταξες νὰ πετάξεις. Ἐρήμωσε τῆς μάνας ἡ ψυχή. Καὶ σὰν τῆς πῆγα τὸ κεφαλομάντηλό σου, τὸ πῆρε, τὸ ἐμύρισε, τὸ πότισε μὲ τὰ δάκρυα τῆς κι ὕστερα μου’πε: 

-Δικό σου εἶναι Νικήτα. Νὰ τὸ κρατεῖς, νὰ τὸ φορεῖς, νὰ θυμᾶσαι τὸ παιδί μας. Μὰ δὲν ταιριάζει νὰ’ναι ἄσπρο. Μαῦρο θὰ τὸ βάψω! Καὶ σὰ λευτερωθοῦμε, φορεῖς κι ἕνα λευκό. 


Καὶ λευτερωθήκαμε, Γιαννάκο ἀδερφέ μου. Ἀργήσαμε ὅμως. Γιατι μᾶς ἔστειλαν οἱ "φίλοι", τοὺς ἄκαπνους καὶ τοὺς σπουδασμένους, τοὺς φαναριῶτες, τοὺς μαυροκορδαίους, τοὺς μαυρόψυχους. Ἄλλοι πολεμοῦσαν, ἄλλοι θέλανε νὰ κυβερνήσουν. Καὶ σπείρανε τὴ διχόνοια καὶ τὰ συφέροντα καὶ τὴ φαγωμάρα. Καὶ χάθηκαν πολλοί. Παλληκάρια καλά. Κρῖμα. 

Καὶ χύθηκε αἷμα ἀδερφικό. Κρῖμα. 

Καὶ κάποτε -μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ποτάμια τὸ αἷμα καὶ τὸ πεῖσμα τοῦ Θοδωρῆ ποῦ’χε τὴν Παναγιὰ Σύμμαχο καὶ τῆς μιλοῦσε λὲς κι ἦτο ἀδερφή του- κάποτε ἦρθε μιὰ λευτεριά. Κολοβή, μισή, κουρασμένη, προδομένη, μὰ λευτεριὰ ὅ,τι νὰ πεῖς. 

Κι ὕστερα ἦρθε ἄνθρωπος καλός. Γενναῖος, παρ’όλο ποὺ μήτε σπαθί, μήτε ντουφέκι εἶχε πιάσει στὰ χέρια του τὰ εὐγενικά, τὰ γαντοφορεμένα. Ἄνθρωπος καθαρός. Ποὺ ἤξερε γράμματα πολλά. Μὰ δὲν τὸν εἶχαν χαλάσει τὰ βιβλία, οἱ παρόλες καὶ τὰ σαλόνια τὰ εὐρωπαϊκά. 

Ἦρθε, ἔβγαλε τὰ γάντια τὰ λευκὰ ἀπὸ τὰ χέρια, ἀνασήκωσε τὰ μανίκια ἀπὸ τὸ σκοῦρο του ροῦχο καὶ στρώθηκε στὴ δουλειά. Γιατι ἤθελε δουλειὰ πολλή, τοῦτος ὁ ρημαγμένος τόπος καὶ τοῦτος ὁ ρημαγμένος λαός. Ἔπρεπε νὰ θάψει τοὺς νεκρούς του. Καὶ ἦταν πολλοί. Καὶ νὰ ταΐσει τὰ ὀρφανά του. Κι ἦταν πολλά. Καὶ κεῖνος τό’ξερε. Καὶ τὰ τάϊσε καὶ τὰ πόδεσε καὶ τοὺς ἔστησε μέχρι καὶ σχολειά. Γιὰ αὐτά. Αὐτά, τὰ παιδάκια τῆς πατρίδας μὲ τὰ λερωμένα πρόσωπα, τὰ φοβισμένα μάτια, τὰ σκελετωμένα κορμιά. Ποὺ τὸ μαυροκορδέϊκο καὶ ἡ ψηλομύτα ἡ Ἰγγλετέρα καὶ ἡ Φράντζα ἡ παρφουμαρισμένη ποὺ κρυβε τὴ βρωμιά της μὲ τὰ ἀρώματα, τὰ σιχαίνονταν καὶ τὰ ἔσπρωχναν μακριὰ μὴν καὶ τοὺς ψειριάσουν τὰ βελοῦδα. Καὶ κεῖνος τὰ ἀγκάλιαζε καὶ τὰ’στεργε καὶ φύλαγε πάντα κάτι στὶς τσέπες τῆς μαύρης ρεντικότας γιὰ νὰ τὰ φιλέψει καὶ νὰ τὰ γλυκάνει καὶ νὰ τὰ κάμει νὰ ξεχάσουν τὸ αἷμα τῶν πατεράδων τους καὶ τὴ σφαγὴ τῶν μανάδων τους καὶ τὴν ἀτίμωση τῶν ἀδελφάδων τους... Καὶ τρέχαν αὐτὰ ὁλογυρά του σὰν χαρούμενα κουτάβια καὶ τὸν ἐσυνόδευαν, -ὁρισμένοι φρουροὶ τῆς Ἑλλάδος, ὁρκισμένοι φρουροὶ τοῦ Κυβερνήτη- τὰ τρίχρονα καὶ τὰ τετράχρονα ὀρφανὰ τοῦ πολέμου, ποὺ ὅλοι οἱ σπουδαῖοι ἔκαμαν πὼς δὲν τὰ βλέπαν καὶ κεῖνος τὰ ἀγάπαγε. Ξέρεις πὼς τὰ ἔλεγε τοῦτα τὰ μωρὰ ὁ Κυβερνήτης μας; Τὸ ροδόχρουν ὄνειρο τῆς πατρίδας!" 

Μὰ δὲ ἠμπορῶ ἄλλο ἀδελφέ μου, δὲ δύναμαι. Καὶ δὲν ἠθέλω ἐδῶ, ἐδῶ ποὺ ἔχω τὴν ὁρισμένη ἀπὸ τὸν νέο βασιλέα θέση, χάμω στὰ σκαλοπάτια, στοῦ Περαία τὸ λιμάνι καὶ εἶμαι ἐπίσημα ζητιάνος καὶ στέκω μὲ ἁπλωμένο χέρι, δὲ θέλω νὰ δακρύζω. Γιατι, δὲ μὲ πονάει τόσο ὁ δικός μου πόνος, οὔτε ἡ φυλακὴ ποὺ μὲ ἔριξαν οἱ νέοι ἄνθρωποι ποὺ κουμαντάρουν τὴν πατρίδα, οὔτε τὰ μάτια μου καὶ τὸ φώς τους ποὺ ἄφησα στὰ σκοτάδια των μπουντρουμιών, οὔτε τὰ παιδιά μου ποὺ λύγισαν ἀπὸ τὸν πόνο σὰν μὲ εἶδαν ματωμένο καὶ δαρμένο ἀπὸ τοῦ Βαυαροῦ τὸ χέρι, ὅσο μὲ καίει καὶ μοῦ σκάφτει τὰ σωθικά, τοῦ Κυβερνήτη ὁ χαμός. 

Τοῦ Ἰωάννη. Γιατι ἔτσι τὸν ἔλεγαν. Εἴχατε τὸ ἴδιο ὄνομα. Καὶ τὰ ἴδια μάτια τοῦ ἐλαφιοῦ. Καί -συχώραμε Ἰωάννη ἀδελφέ μου- μὰ σὰν μιλούσαμε καὶ ἔγερνε τὸ κεφάλι κατὰ τὴ μεριά μου καὶ ἤθελε ὅλο νὰ μαθαίνει γιὰ τὶς μάχες καὶ τὸν Ἀγῶνα καὶ κάποτε ἔλεγε σοβαρά: "Εὖγε, Νικήτα!", κι ἦταν ἡ κουβέντα αὐτὴ τὸ μεγαλύτερο παράσημο καὶ τὸ πιὸ ἀκριβὸ λάφυρο...Ναί. Ἐκεῖνες τὶς δικές μας ὧρες, ἔνιωθα πὼς δίπλα του καθόσουν κι ἐσύ. Καὶ ἀμίλητος καθάριζες καὶ γυάλιζες τὸ σπαθὶ μοῦ , τὸ μοναδικὸ λάφυρο ἀπὸ τὰ Δερβενάκια καὶ ἀπὸ τὸ ἀγαρηνὸ λεφούσι. Ἐγὼ τίποτα δὲ θέλησα, τίποτα δὲν πῆρα. Μοῦ΄ φτανε πὼς οἱ χρυσοστολισμένοι ἀγᾶδες χάθηκαν μὲς τὴν περηφάνεια τους καὶ κεῖνος, ὁ Δράμαλης ἔφυγε μὲ τὴν οὐρὰ στὰ σκέλια. Μὰ σὰν ξεκόλλησε ὁ γιατρὸς τὸ σπαθὶ ἀπὸ τὸ χέρι μου -τοῦτο τὸ δεξιὸ ποὺ τώρα εἶναι ἁπλωμένο σὲ ζητιανιὰ μὲ ἄδεια τοῦ βασιλέως τοῦ μικροῦ- ναί, τότε ἔστειλε ὁ Θοδωρῆς τὸν πρωτογιό του τον Πάνο, μὲ τὸ σπαθὶ τοῦ Δράμαλη στὸ χέρι. 

-Αὐτὸ γιὰ σένα θεῖο, μοῦ είπε Πᾶρε το. Κι ἂς μὴ θέλεις λάφυρα καὶ ἄλλα τέτοια. Πᾶρε το γιὰ νὰ θυμᾶσαι...γιατι σήμερα πολέμησες γιὰ δέκα, γιὰ ἑκατό... Ἔτσι εἶπε ὁ πατέρας καὶ σοῦ στέλνει αὐτό. Πάρτο γιὰ νὰ θυμᾶσαι. 


Γιὰ νὰ θυμᾶσαι, εἶπε ὁ Πάνος, τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ καμάρι καὶ ὁ πρωτογιός του ὁ καλός, ὁ ὡραῖος, ποὺ τοῦ τὸν ἔφεραν γυμνὸ καὶ τελειωμένο δυὸ χρόνια μετὰ καὶ κοντεψε νὰ τελειώσει κι ὁ Γέρος. 

Εἶπαν πὼς ἤτανε ἀδελφικὸ τὸ χέρι ποὺ’ ριξε τὸ βόλι στοῦ Μοριᾶ τὸ καμάρι... 

Καὶ γιὰ τὸν Κυβερνήτη ἔτσι εἴπανε. 

Μὰ ἐγὼ θαρρῶ πὼς ἤτανε τὸ ἴδιο χέρι, τὸ ἀόρατο, ποὺ ἐνῷ νικούσαμε τὸν πρῶτο καὶ τὸν δεύτερο χρόνο καὶ εἴμαστε ὅλοι μαζὶ ἄντρες, γυναῖκες, γέροι καὶ παιδιά, ἑνωμένοι σὰ μιὰ γροθιὰ καὶ ἠθέλαμε νὰ φτάσουμε στὴν Πόλη...ναί, μπῆκε τὸ χέρι τὸ κακὸ μὲ τὰ καμπουριασμένα νύχια καὶ μᾶς διάλυσε. Καὶ χύθηκε αἷμα ἄδικα, αἷμα ἀδελφικό. 


Καὶ τοῦ Κυβερνήτη τὸ αἷμα χύθηκε. Ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησιά, στὸ Ἀνάπλι. 

Καὶ τὸν ἔκλαψε λαός. Καὶ μαυροφόρεσαν οἱ χῆρες ποῦ’χαν λαμπροφορέσει. Καὶ ὀρφάνεψαν ξανὰ τὰ ὀρφανὰ ποῦ’χε περιμαζώσει. Καὶ ὀρφάνεψε κι ἡ δόλια ἡ πατρίδα. Κι ἔτσι ὀρφανῆ καὶ καταφρονεμένη τριγυρνᾶ. Καὶ ποιός ξέρει, Ἰωάννη ἀδελφέ μου, μπορεῖ καὶ νὰ στέκεται ἐδῶ δίπλα μου, μὲ ἁπλωμένο τὸ χέρι, νὰ ζητιανεύει κι αὐτή, ὅπως ἐγώ, ὁ ἀδελφός σου ὁ Νικήτας ποὺ κάποιοι κάποτε τὸν ἐφώναξαν, Νικηταρά... 

Ναί, μπορεῖ νὰ στέκει ἐδῶ δίπλα μου, ἡ Ἑλλάδα μας, Ἰωάννη ἀδελφέ μου, μὰ ἐγὼ ἔχω τὰ μάτια σβηστὰ καὶ δὲ μπορῶ νὰ εἰδώ. Ἐσὺ ποὺ ἔχεις τοῦ ἀλαφιοῦ τὰ μάτια, ἄν την ἐδεὶς σκυμμένη, νὰ τὴν σηκώσεις. Ἂν τὴν ἐδεὶς κλαμμένη, νὰ τῆς σκουπίσεις τὰ δάκρυα. Καὶ στὸ ἁπλωμένο χέρι τῆς ζητιανιᾶς, βάλε Ἰωάννη τὸ σπαθί μου, τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ λάφυρο. 

Καὶ ἂν τὴν ἐδεὶς νὰ δειλιάζει, ψιθύρισέ της στὸ αὐτί, τούτη τὴ φράση ποὺ μᾶς πρωτὸ’πε ὁ Κυβερνήτης κοιτῶντας ψηλὰ τὸν καταγάλανο ἀτλαζένιο οὐρανὸ καὶ γέμισε τὶς ψυχές μας μὲ ἐλπίδα καὶ χαρὰ ἀνείπωτη: 

-"Εἰ Κύριος μεθ’ημών, οὐδεὶς καθ’ημών." 

Ναί, αὐτὸ εἶπε ὁ Ἄλλος Ἰωάννης καὶ τὸν καταλάβαμε ὅλοι, ἀκόμη κι αὐτοὶ ποὺ δὲν ἤξεραν μήτε τὸ ἄλφα νὰ ὀρνιθοσκαλίσουν. Ναί, τὸν καταλάβαμε καὶ γέμισε ἡ ψυχή μας. 

Ἐσὺ λοιπὸν Ἰωάννη μικραδελφέ μου, ἐσὺ ποὺ ἔφυγες σφαγμένος ἀπὸ τοῦ ἀγαρηνοῦ τὸ μαῦρο χέρι, μὰ πέταξες σὰν τὸ πουλὶ καὶ πῆγες καὶ ἐστάθηκες στοῦ Οὐρανοῦ τὰ γαλανὰ κλαριά τα ἁπλωμένα καὶ στῶν Ἀγγέλων τὴν κάτασπρη ἀγκαλιά, ἐσὺ νὰ πεῖς στὸν Κύριο καὶ στὴν Καλή του Μάνα, πὼς ἐδῶ κάτω ὑπάρχει μιὰ πατρίδα. Ποὺ πνίγηκε στὸ αἷμα. 

Ποὺ λευτερώθηκε μὲ αἷμα. Καὶ ἔτσι ματωμένη δὲν πρόλαβε νὰ χαρεῖ τὴ λευτεριὰ καὶ τὴν σκλάβωσαν ξανὰ οἱ Ἔμποροι τοῦ Κόσμου. Καὶ ἀπὸ τότε τὴν ἔχουν σκλάβα καὶ ζητιάνα. 

Μὰ δὲν τῆς ἀξίζει. Ἂς ἀναλάβει Ἐκεῖνος. Νὰ μαζέψει τῆς ζητιανιᾶς τὸ χέρι. 

Καὶ νὰ δώσει καὶ σὲ μᾶς, αὐτὴν τὴν Ἄλλη Ἑλλάδα. Αὐτὴν ποὺ ἀγαπᾶμε καὶ περιμένουμε καὶ ποτέ -ὅσα σπαθιὰ κι ἂν ἔλειωσαν στὰ χέρια μας- δὲν λευτερώσαμε πραγματικά... . Ναί, αὐτὴν τὴν Ἄλλη Ἑλλάδα! 



Υ.Γ.1/ Τὸν μικρὸ ἀδελφὸ τοῦ Νικηταρά, ἀρνούμενο νὰ ἀλλαξοπιστήσει, ἀποκεφάλισαν οἱ Τοῦρκοι, τὸ 1816, στὸ προαύλιο τοῦ ἱεροῦ ναοῦ, τοῦ Ἑλκόμενου Χριστοῦ, στὴ Μονεμβασιά. Στὸ σημεῖο τοῦ μαρτυρίου σχηματίστηκε ἐκ τοῦ αἵματός του, Σταυρός. Ήταν 11 ἐτῶν. Ἁγίασε. Εἶναι ὁ νεομάρτυς καὶ παιδομάρτυς, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Τουρκολέκας, (ἐκ τοῦ τόπου καταγωγῆς) καὶ ἡ μνήμη του τιμᾶται στὶς 24 Ὀκτωβρίου. 

Υ.Γ. 2 / Ὁ Νικήτας Σταματέλλος ἢ Σταματελόπουλος, γιὰ τὴν ἀνυπέρβλητη γενναιότητα καὶ αὐταπάρνησή του, κατὰ τὰ χρόνια τοῦ Ἀγῶνα, κέρδισε ἕνα σπαθί, τὸ προσωνύμιο Τουρκοφάγος καὶ μία ἄδεια ἐπαιτείας, μετὰ τὴν ἄδικη φυλάκιση καὶ τοὺς βασανισμοὺς ἀπὸ τὸ καθεστὼς τῆς "βαυαρικῆς ἀκρίδας". Ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωὴ τυφλὸς καὶ πάμφτωχος. Ὅμως τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ ποὺ συγκεντρώθηκε ἀπὸ κάθε σημεῖο τοῦ Λεκανοπεδίου ἔξω ἀπὸ τὸ ταπεινὸ κατάλυμα του, δὲν καταδέχτηκε ἕνα κάρο νὰ μεταφέρει τὸ πληγωμένο σῶμα στὸν τάφο. Ἄνδρες κάθε ἡλικίας, ὅσοι ἠδύναντο, τὸ σήκωναν στοὺς ὤμους τους καὶ σχηματίζοντας μία ἀνθρώπινη ἅλυσο, ἀκολουθῶντας τὴν πανάρχαια ὁδὸ ποὺ συνδέει τὸν Πειραιᾶ μὲ τὴν Ἀθήνα, ἔφθασαν ὡς τὸ Α΄Κοιμητήριο. 

Ἐκεῖ, ἀπόθεσαν τὸ ἅγιο σῶμα. Δίπλα στὸν τάφο τοῦ μεγάλου νεκροῦ τους: Τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ἔτσι, κάτω ἀπὸ τὴν ἔκπληκτη ματιὰ τοῦ Βαυαροῦ, τίμησε ὁ ποδοπατημένος ἕλληνας τὸν ἥρωά του: 

Αὐτόν, ποὺ χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει, εἶχε τύχει τῆς ταφῆς ἑνὸς ὁμηρικοῦ ἥρωος. 

Καὶ ἔμεινε στὴν συλλογικὴ μνήμη, καλούμενος μὲ τὸν ὑπερθετικὸ βαθμὸ τοῦ ὀνόματός του: 

Νικηταράς! 



Η κυρά της Ρῷ - Ἡ Ἄλλη Ἑλλάδα

  Ἡ Παράξενη Ἡσυχία του Καστελλόριζου Εἶμαι ἕνα νησί  ποὺ κάποτε τὸ πούλησαν.  Ξένοι σὲ ξένους.  Σὲ καλὴ τιμή.  Καὶ ἔκτοτε  πωλεῖται συνεχῶς...