Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

 Ἡ Ἄλλη Ἑλλάδα- Ἀλέξανδρος- Ἡ μάνα τοῦ Δαρείου 



Εἶπαν... 

Τὸν γέννησε θεά. 

Κι οἱ ἀετοί τον στεῖλαν. 

Οἱ δυὸ τοῦ Δία ἀετοί. 

ὁλόχρυσοι μεγάλοι. 


Ξημέρωμα ἐστάθηκαν 

στῆς Πέλλας τὸ παλάτι. 

Κάτω γεννιόταν τὸ παιδί 

ποὺ ἔμοιαζε λιοντάρι. 

Γιατι ἡ μάνα του ἡ θεά 

ἡ μάγισσα ἡ ἱέρεια 

τῶν γυναικῶν ἡ τυχερή 

τοῦ βασιλιᾶ ἡ δόξα, 

τὴ νύχτα πρὶν νὰ γεννηθεῖ 

τοῦ θρόνου τὸ καμάρι 

εἶδε στὸν ὕπνο της σιμά 

καὶ δίπλα στὸ κρεββάτι 

λιόντα μικρὸ νὰ στέκεται 

μὲ τὸ λαμπρὸ κεφάλι 

νὰ γέρνει πρὸς τ’αριστερά. 

Κι ἦταν τὰ μάτια τὰ γλαυκά 

στῆς θάλασσας τὸ χρῶμα. 

Αὐτὴ διόλου δὲν τρόμαξε 

μὸν’ ἅπλωσε τὸ χέρι 

γιὰ νὰ χαΐδέψέί το λιοντί 

στὴν χρυσαφιά του χαίτη. 

Καὶ τότε ἔργο θαυμαστό 

καὶ μήνυμα σπουδαῖο 

τὸ πλάσμα τὸ χρυσόμαλλο 

ἐγίνηκε παιδάκι 

καὶ ἔγειρε στὴν ἀγκαλιά 

στῆς μάνας του τὸν κόρφο. 

Καὶ κείνη ἀγαλλίασε 

καὶ ἤξερε βαθιά της 

πὼς τοῦτο τὸ ἀγόρι της 

γεννήθηκε λιοντάρι. 




Ἐπέταξαν οἱ ἀετοί 

στὸν Ὄλυμπο γυρίσαν 

καὶ πῆγαν καὶ σταθήκανε 

στοῦ Ἀρχηγοῦ τὸ θρόνο. 

Ὁ ἕνας στάθηκε δεξιά 

καὶ κοίταζε τὴ Δύση. 

Ὁ ἄλλος στάθηκε ζερβά 

καὶ ἔβλεπε τὴν Ἀσία. 

Κι ὁ Δίας ἀποφάσισε: 

Πρῶτα πηγαίνει ἀριστερά 

φτάνει στὴ Βαβυλῶνα. 

Κι ὕστερα... 


Ὕστερα τὸν γνώρισα ἐγώ. Ἡ μάνα τοῦ Δαρείου. 


Βασίλισσα ἡ μάνα μου, ὁ κύρης μου ἀφέντης. 

Ἄρχοντα ἐπαντρεύτηκα καὶ βασιλιᾶ ἐπῆρα. 

Τὰ πλούτη μας ἐφτάνανε νὰ σκιάξουνε τὸν ἥλιο. 

Καὶ τὰ λαμπρὰ παλάτια μας φτάνανε στὸ φεγγάρι. 

Ὁ θρόνος μας ἀκλόνητος ντυμένος στὸ χρυσάφι. 

Ἄντρες πολλοὺς ἐγέννησα καὶ ἔμεινα μὲ ἕναν. 

Δὲν ἦταν ὁ καλύτερος μὰ ἐγὼ δὲν εἶχα ἄλλον. 

Τὴ νύχτα ποὺ τὸν γένναγα ἦρθε κακὸ μεγάλο. 

Τῆς Ἄρτεμις τὸ ἱερὸ ἔγινε ἀποκαΐδια. 

Θολώσανε οἱ ἱερεῖς, ἐθρήνησαν οἱ μάντεις. 

Τῆς Βαβυλώνας τα στρουθιὰ πέσανε πεθαμένα. 

Σηκώθηκαν οἱ μάγισσες ξυπνήσανε οἱ μάγοι. 

Καὶ στεῖλαν μαῦρο ριζικὸ καὶ φοβερὸ μαντᾶτο: 

Τελειώνει τὸ Βασίλειο καὶ ἡ θεὰ τὸ ξέρει. 

Σήμερα τὸ ξημέρωμα στῆς πόλης μας τὰ τείχη 

ἐφάνηκε ὁ ἀετὸς ὀλόλαμπος μεγάλος. 

Καὶ κράταγε στὸ ράμφος του ἕνα χρυσὸ λιοντάρι. 

Κοίταξε γύρω μιὰ φορὰ κι ὕστερα ἐφτερούγα 

καὶ ἔφτασε στὴν κορυφὴ καὶ στὴν ψηλὴ τὴν Πύλη. 

Ἀπόθεσε τὸν λέοντα καὶ τοῦ’στρωσε τὴ χαίτη. 

Κι ἀφοῦ τὸν ἐσυγύρισε βγάζει φωνὴ μεγάλη. 

Πετάχτηκαν ἀπ’τα ἱερὰ οἱ μάντεις οἱ Χαλδαῖοι. 

Ρῖξαν ψηλὰ τὸ βλέμμα τους τοὺς τύφλωσε ὁ ἥλιος. 

Ἐπέσανε γονατιστοὶ κι ἔτρεμε ἡ ψυχή τους. 

Καὶ σὰν σηκῶσαν τὴ ματιὰ εἴδανε τὸ λιοντάρι. 

Εἴδανε καὶ τὸν ἀετὸ ποὺ πέταγε κι ἐφεύγα 

πρὸς τῆς Ἑλλάδας τὴ μεριά... 

Καὶ τὸ λιοντάρι εἴδανε ποὺ κράταγε στὸ χέρι 

σκῆπτρο χρυσὸ ποὺ ἔλαμπαν ἐννιὰ χρυσὲς ἀκτῖνες! 



-Καὶ ἐγὼ τὸν εἶδα. Τότε ποὺ ὁ δικός μου γιὸς ἔφυγε σὰν κυνηγημένος λαγὸς καὶ πέταξε καὶ ὅπλα καὶ ἀσπίδα καὶ τὴ βασιλικὴ περικεφαλαία τὴν ὁλόχρυση γιατι...τον βάραινε κι αὐτὸς ἤθελε νὰ ξαλαφρώσει γιὰ νὰ τρέξει πιὸ γοργὰ νὰ κρυφτεῖ, νὰ σωθεῖ. Νὰ τρέξει, νὰ κρυφτεῖ, νὰ σωθεῖ, τῶν Περσῶν καὶ τῶν Μήδων ὁ μεγάλος Βασιλεὺς καὶ νὰ ἀφήσει πίσω μάνα, γυναῖκα καὶ παιδιά... Μάλιστα. Αὐτὸς ἦταν ὁ γιός μου, ὁ Δαρεῖος, ὁ Κοδομανὸς καὶ ἀκόμα κι ἐγὼ ἡ βασιλομήτωρ ποὺ νόμιζα πὼς τὸν ἤξερα καλὰ καὶ γνώριζα τί καρδιὰ λαγοῦ φώλιαζε κάτω ἀπ’ τὸν χρυσὸ θώρακα, γιὰ μιὰ στιγμὴ τὰ ἔχασα. 

Μὰ ὕστερα συνῆλθα καὶ εἶπα μέσα μου βαθιά: " Τί γιός...Δε μου ἀξίζει. Καὶ ὁ θρόνος τὸν τρομάζει. Καὶ ἡ κορώνα ἀκόμα τοῦ πέφτει βαριά. Τὴν πέταξε γιὰ νὰ σωθεῖ. Ἄλλος θὰ τὴν φορέσει." 

Καὶ πικράθηκα, μὰ δὲ λύγισα. Στάθηκα στὸ κέντρο τῆς βασιλικῆς σκηνῆς, μάζεψα γύρω τοῦ γιοῦ μου τὴ σπορὰ ποὺ ἔκλαιε καὶ θρηνοῦσε... καὶ περίμενα. Τὴν ἀτίμωση καὶ τὸν θάνατο. Καὶ προσευχόμουν. Νὰ’ρθει τὸ τέλος ἥσυχα. Κι ἐγὼ νὰ πάω πρώτη. Γιὰ νὰ μὴν δοῦν τὰ μάτια μου τὸ αἷμα τῶν παιδιῶν του. Αὐτοῦ, τοῦ γιοῦ μου, τοῦ Δαρείου. Τοῦ μεγάλου βασιλιᾶ. Τοῦ μεγάλου Δειλοῦ. Μὰ ξάφνου ἔνιωσα βαθιὰ μέσα μου πὼς οἱ δικοί μας οἱ θεοὶ τὸ βάλανε στὰ πόδια μαζὶ μὲ τὸν βασιλιᾶ μας καὶ ἔτσι εἶπα νὰ προσευχηθῶ καὶ στῶν Ἑλλήνων τοὺς θεοὺς ποὺ ἀκούγονταν γενναῖοι. 

Καὶ ὅπως καθόμουν συλλογισμένη καὶ ἀναθυμιώμουν τὴ νύχτα ποὺ τὸν γέννησα καὶ τοὺς Χαλδαίους μάγους ποὺ ὁ ἄντρας μου καὶ βασιλιᾶς, τοὺς χρύσωσε νὰ ἀλλάξουν προφητεῖες, ἔτσι ὅπως σκεπτόμουν ὅτι τὴν μοῖρα ποιός μπορεῖ νὰ τὴν νικήσει, ἔτσι ὅπως ἔψαχνα στὸ μυαλό μου τὰ ὀνόματα τῶν θεῶν τους καὶ τοὺς ἀνακαλοῦσα στὶς παρακλήσεις μου, πέρασε μπροστά μου ἕνα φώς. Μὰ τί φώς! Τυφλώθηκα καὶ κουφάθηκα καὶ σύρθηκα στὰ γόνατα, ἐγώ της Περσίας ἡ βασιλομήτωρ! Κι οὔτε ποὺ ἔβλεπα, οὔτε ποὺ ἄκουγα. Μόνον μύριζα. Ἔρχονταν στὰ ρουθούνια μου μιὰ εὐωδιὰ πρωτόγνωρη. Στὰ τυφλά, στράφηκα πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ ἅπλωσα τὸ χέρι. Καὶ τότε ἔνιωσα στὴν παλάμη καὶ στὸν ὦμο τὸ ἄγγιγμά του. Καὶ μὲς τὸ θολωμένο μου μυαλὸ τρύπωσε μιὰ ἐλπίδα: Μὲ ἄκουσαν οἱ θεοί τους! Καὶ στείλανε ἐξάγγελο νὰ σώσει τὴ γενιά μου. Καὶ αὐτὸς λάμπει. Καὶ μοσχοβολᾶ. Καὶ ἔχει ἁπαλὸ τὸ χέρι. 

Ὕστερα ἦρθε ἡ φωνή. Αὐτὴ ποὺ ποτὲ δὲν θὰ ξεχάσω: 

ΣΗΚΩ ΜΗΤΕΡΑ... 

Σήκω μητέρα...Και σηκώθηκα. 

Καὶ ἔγινα ἡ μητέρα του. Γιὰ χρόνους δέκα. Καὶ μέσα μου χαιρόμουν ποὺ ἡ θεὰ κι ἡ ἱέρεια, 

καὶ τῶν Καβείρων ἡ μύστις, ἐκείνη ἡ Ὀλυμπιάδα, ποὺ τὸν ἐγέννησε τὴ νύχτα ποὺ οἱ ἀετοὶ τοῦ Δία φώλιαζαν στὸ παλάτι, ἐκείνη ποὺ ἀξιώθηκε καὶ γέννησε λιοντάρι, τώρα ἦταν μακριά. Καὶ σὰν θηρίο φύλαγε τῆς Μακεδονίας τὸν θρόνο. Ἦταν μακριὰ ἡ μάνα του καὶ μποροῦσα ἐγώ, 

ἡ Σισύγαμβρις, κόρη καὶ γυναῖκα καὶ μάνα βασιλιᾶ, νὰ χαΐδεύώ πότε- πότε τὸ σγουρὸ χρυσὸ λιοντάρι ποὺ ἀνέβηκε στὸ θρόνο τῶν προγόνων μου καὶ βασίλεψε στὸ θρόνο τῆς καρδιᾶς μου. 

Ἐκεῖνον, τῆς καρδιᾶς μου τὸ γιό, ποὺ μὲ εἶπε μάνα του καὶ μὲ τίμησε καὶ μὲ παρηγόρησε σὰν χάθηκε τῆς γέννας μου ὁ γιὸς καὶ τιμώρησε τοὺς φονιᾶδες καὶ φρόντισε νὰ τὸν κηδέψει μὲ χίλιες τιμές. Γιατι ἦταν- λέει - βασιλεὺς καὶ ἔτσι τοῦ ἅρμοζε! 

Μὰ ἐγὼ ἄλλον βασιλιᾶ τέτοιον σὰν αὐτόν- τὸν νεαρὸ πρίγκηπα τῆς Μακεδονίας- δὲ γνώρισα κι ἂς ἤμουν θυγατέρα καὶ σύζυγος καὶ μάνα βασιλέων! Ἄλλον βασιλιᾶ τέτοιον, σὰν τῆς Ἑλλάδας τὸν γιὸ ποὺ μάχονταν σὰν λιοντάρι καὶ δὲν ἤξερε ἀπὸ δειλίες καὶ ὅπλα ἀτιμασμένα καὶ πεταγμένες ἀσπίδες καὶ παρατημένες οἰκογένειες, ἄλλον βασιλιᾶ ποὺ νὰ ἁπλώνει τὸ δυνατό του χέρι καὶ νὰ σηκώνει τὴ μάνα τοῦ ἐχθροῦ του καὶ νὰ τὴν βαφτίζει ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ, ἄλλον βασιλιᾶ ἀπὸ τοῦτο τὸ λιοντάρι τῆς καρδιᾶς μου, δὲ γνώρισα. 


Μόνον ποὺ τὰ λιοντάρια ἀκολουθάνε καὶ οἱ ὕαινες...Κρυμμένες, σκυφτές, ἐπικίνδυνες. 

Ἐκεῖνος ὅρμαγε μπροστά, ἐκεῖνος κοίταζε μακριὰ καὶ ἐκεῖνες περιμέναν... 

Τὶς ἀναγνώρισα ἐξ ἀρχῆς. Καὶ ἀνατρίχιασα, ὅταν ὁ Κάσσανδρος τοῦ Ἀντιπάτρου ἀφίχθη. 

Καὶ μύρισα τὴ μυρωδιὰ τοῦ φθόνου στὸ σκοτεινό του δέρμα. Καὶ εἶδα τὸ χαμόγελο στὰ φτενά του χείλη. Καὶ διάβασα τὰ σχέδια στὸ κλειστό του πρόσωπο. Ναί! Διάβασα τὸν πόθο καὶ τὴ λύσσα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἤθελε νὰ γίνει βασιλιᾶς καὶ νὰ γίνει λιοντάρι ἐνῷ εἶχε γεννηθεῖ ὕαινα δολερή... 

Καὶ τρόμαξα ἀληθινὰ ὅταν ἄφησε πίσω του τὸν ἀδελφό του τον Ἰόλα, ποὺ ἀνέλαβε νὰ φροντίζει γιὰ τὰ συμπόσια καὶ τὶς γιορτὲς τοῦ παλατιοῦ. Δηλαδὴ διὰ τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν. 

Ἡ ἀλεποῦ, ὁ Ἰόλας νὰ ἀναλάβει τὴν φροντίδα τοῦ βασιλικοῦ ὀρνιθῶνος! 

Καὶ τὸν προειδοποίησα. Ἀπὸ τὰ Σοῦσα καὶ ἀπὸ τὸ παλάτι ποὺ μὲ ἔβαλε νὰ ζῶ, ἐμένα τὴ μάνα τῆς καρδιᾶς του. Τὸν προειδοποίησα. Καὶ ἐκεῖνος... τί ἀπήντησε; 

Αὐτὸ ποὺ ἀπαντᾶνε ὅλοι οἱ καθαροὶ γενναῖοι ἄντρες μέσα στοὺς αἰῶνες: 

-Μητέρα, μὴν στεναχωριέσαι! Τοὺς ξέρω... Μὰ ξέρεις τί ἔλεγε ὁ δάσκαλός μου ποὺ ἦταν σοφὸς ἄνθρωπος; Νὰ ἔχεις τὸν φίλο σου κοντὰ καὶ τὸν ἐχθρό σου, ἀκόμα πιὸ κοντά. 


Ναί! αὐτά μου εἶπε τὸ λιοντάρι καὶ γελοῦσε καὶ λάμπανε τὰ μεγάλα του μάτια ποῦ ἦταν σὰν τὴν θάλασσα ποὺ βρέχει ἀπὸ παντοῦ τὴ γαλάζια του πατρίδα. 

Γελοῦσε... Μὰ δὲν μποροῦσε νὰ κρύψει μιὰ πίκρα ποῦ πέρασε ξαφνικὰ καὶ σκοτείνιασε τὴ λαμπρή του ματιά. 

Καὶ τότε κατάλαβα πόσο πονοῦσε ποὺ ἄνθρωποι δικοί του, ἄνθρωποι τοῦ τόπου του, ποὺ τοὺς ἔκανε σπουδαίους καὶ φημισμένους στὰ πέρατα τῆς γῆς καὶ ἤθελε νὰ προστατέψει κι αὐτοὺς καὶ τὴν πατρίδα τοῦ ἀπὸ κάθε ἐπιβουλή, δὲν μποροῦσαν νὰ ἀφήσουν τὸ μαῦρο ροῦχο τοῦ φθόνου τους, οὔτε μιὰ στιγμή! Ὄχι! δὲν τοὺς ἄφηνε ὁ φθόνος κι ἡ ἐπιβουλὴ νὰ ἀνυψωθοῦν καὶ νὰ μοιραστοῦν τὰ μεγάλα ὄνειρά του... Οὔτε μιὰ στιγμή... 


Πρῶτα, ὁ μαῦρος μανδύας τοῦ μίσους ἔπεσε στὸν ἀδελφό του. Τὸν Ἠφαιστίωνα. Τῆς μεγάλης του καρδιᾶς ἀδελφός, ὅπως κι ἐγὼ ἤμουν ἡ μάνα τῆς καρδιᾶς του. Ὁ ἀδελφὸς ὁ πιστός, ὁ ἑταῖρος, ἡ ἀκριβὴ τελευταία κληρονομιὰ τῆς πατρίδας του. Ναί. Ὁ μεγάλος Ἠφαιστίων, ὁ γενναῖος ἀκατάβλητος μαχητῆς, ποὺ πάντα πολεμοῦσε ἕνα βῆμα πίσω ἀπὸ τὸν βασιλιᾶ ἀδελφό του γιὰ νὰ προστατεύει τὸ μικρὸ παράτολμο λιοντάρι, χάθηκε ἀπὸ πυρετὸ μετὰ τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν. Ποῦ εἶχε φροντίσει... ποιός ἄλλος; Ὁ Ἰόλας, τοῦ Ἀντίπατρου ὁ γιός, τοῦ Κάσσανδρου ὁ ἀδελφός. Ὦ! θεοί! Καὶ κανεὶς δὲν ἀναρωτήθηκε πῶς καὶ γιατί ἄντρες- θηρία ποὺ περπάτησαν ὅλη τὴν Ἀσία καὶ πολέμησαν σὲ χίλιες μάχες, πέφταν στοῦ θανάτου τὸ κρεβάτι καὶ στοῦ πυρετοῦ τὸ παραλήρημα, μετὰ τὰ συμπόσια. Τοῦ Ἰόλα τὰ θαυμαστὰ συμπόσια... 

Τί μποροῦσα νὰ κάνω γιὰ νὰ γλυκάνω τὸν πόνο του, τὸν πόνο του τὸν ἀφόρητο, τὸν μοναχικό του πόνο, τὸν κρυμμένο σπαραγμό, γιατι- ἦταν λέει βασιλιᾶς μέγας - καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ πονᾶ; Καὶ δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ θρηνεῖ τον μόνο ἄνθρωπο ποὺ κουβαλοῦσε τὴν Ἑλλάδα του καὶ τὶς παιδικές του ἀναμνήσεις καὶ τὸ ἀντρείωμά του καὶ τοὺς ἀγῶνες του καὶ τὰ ὄνειρά του καὶ τοὺς ἐφιάλτες του, τὸ μόνο ἀληθινὸ κομμάτι τῆς μακρινῆς του πατρίδας, ποὺ κρατοῦσε πάντα σὰν πολύτιμο θησαυρὸ κρυμμένο στὰ βάθη μιᾶς παιδικῆς ψυχῆς; 

Ἀτρόμητης ναί, ἀκατάβλητης ναί, θυμωμένης σὰν θύελλα ναί, μὰ παιδικῆς στὸ βάθος. 

Μιὰ ψυχὴ παιδιοῦ φώλιαζε στὰ γενναῖα στήθη τοῦ μεγάλου Στρατηλάτη, τοῦ νεαροῦ Μακεδόνα βασιλιᾶ, ποῦ ἔγινε ὁ κυρίαρχος τοῦ κόσμου. Μιὰ καλὴ ἔντιμη καρδιὰ παιδιοῦ, ὅπως ἔχουν ὅλοι οἱ γενναῖοι ἄφοβοι ἄντρες τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Μιὰ καρδιὰ ποὺ μόνον μιὰ μάνα- ἢ μιὰ γυναῖκα ποὺ ἀγαπᾶ καὶ σὰν μάνα- μπορεῖ νὰ καταλάβει. 


-Μητέρα, μοῦ εἶπε ἕνα βράδυ, ἐκεῖ ἔξω στῶν παλατιῶν τοὺς κήπους, κάτω ἀπὸ τὰ γιασεμιὰ καὶ τὰ χίλια τριαντάφυλλα. 

Γύρισα τὸ κεφάλι. Τὸν κοίταξα. Κι ἔτσι ὅπως στέκονταν στὸ πρῶτο σκαλὶ τῆς μεγάλης σκάλας 

μοῦ φάνηκε σὰν λίγο πιὸ μακρινός, σὰν νὰ γινόταν τὸ σῶμα του αἰθέρας καὶ ἔφευγε μακριά μου. 

-Τὸν Ἰόλα, τὸ φίδι τοῦ Κασσάνδρου, τὸ ἔδιωξες ἢ τὸ ζεσταίνεις ἀκόμη στὸν κόρφο σου; 

δὲν ἄντεξα καὶ τοῦ εἶπα. 

Σήκωσε τοὺς ὤμους. 

-Μητέρα, θὰ φύγω... 

-Γιὰ ποῦ; Ἡ καρδιά μου σπαρτάρησε μὰ προσπάθησα νὰ κρατήσω σταθερὴ τὴ ματιὰ καὶ τὴ φωνή μου. Πᾶς πίσω στήν ...ἀληθινή σου μάνα; 


Κοίταξε πέρα ἀπὸ τοὺς κήπους, ἀπὸ τὰ τείχη. Τὸ βλέμμα του ἔτρεξε καὶ βρῆκε τὰ μεγάλα πλατιὰ ποτάμια ποὺ σὰν χοντρὰ δίδυμα φίδια περίζωναν τὴ μεγάλη πόλη. 

-Ποιός ξέρει ποιά εἶναι ἡ ἀληθινὴ μάνα καὶ ἡ ἀληθινὴ ζωὴ καὶ τί εἶναι ἐντέλει ἀληθινὸ καὶ ὄχι ἕνα φάσμα κι ἕνα παιχνίδι τῶν θεῶν... 

Τώρα ἔχουμε νὰ τελειώσουμε μὲ τοῦτες τὶς φυλὲς ποὺ χτυποῦν ἀπὸ τὰ ἀνατολικά μας. Ἀλλὰ ὕστερα... 

Γιὰ μιὰ στιγμὴ σταμάτησε σὰν νὰ τακτοποιοῦσε τὴ σκέψη του. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση. Συνήθως ἔλεγε γρήγορα αὐτὸ ποὺ σκεπτόταν καὶ ἡ γρηγοράδα καθόλου δὲ μείωνε τὴ φυσική του εὐφράδεια. Δὲν ἤθελα νὰ ἐμποδίσω τοὺς λογισμούς του καὶ περίμενα σιωπηλή. 


-Ὕστερα θὰ προετοιμαστοῦμε γιὰ τὰ Δυτικά. Ὁ ἀληθινὸς κίνδυνος γιὰ τὴν Ἑλλάδα, ἔρχεται πλέον ἀπὸ ἐκεῖ. Ἑτοιμάζονται, ὀργανώνονται. Φῦλα καὶ φυλές. Κάποιος πρέπει νὰ τοὺς προλάβει. Κάποιος πρέπει νὰ τοὺς σταματήσει. 

Κι αὐτὸς ὁ κάποιος εἶσαι ἐσύ...Πάντα ἐσύ....σκέφτηκα μὰ δὲ μίλησα.) 

Κάθησε στὸ σκαλὶ καὶ σὰν μαθητὴς στὰ πρῶτα του χρόνια, ἔχοντας ξαναβρεῖ κάτι ἀπὸ τὴν παλιά του ὁρμή, ἄρχισε νὰ ξεδιπλώνει ἐμπρός μου τὸ νέο του σχέδιο, τὴν αὐριανὴ δόξα. 

Ἡ Δύση. Οἱ ἡμιβάρβαροι λαοί της. Δὲν μποροῦσαν νὰ περιμένουν. Ἑτοιμάζονταν νὰ σβήσουν τῆς Ἑλλάδας τὸ φώς. Βγάζανε κιόλας τὶς τρίχινες κάπες καὶ ἦταν ἕτοιμοι νὰ φορέσουν ἐσθῆτες καὶ μανδύες καὶ λεπτοὺς ποδήρεις χιτῶνες. Ἑτοιμάζονταν νὰ χωρέσουν στὸ στεγνὸ τετράγωνο μυαλό τους, αἰῶνες τέχνης καὶ μουσικῆς καὶ χαμογελαστὲς κόρες καὶ εὐθυτενεῖς Ποσειδῶνες καὶ ἔφηβους μὲ λαμπερὰ μάτια καὶ ἀτίθασους βοστρύχους. 

-Ἀκοῦς μητέρα; 

Θὰ τὰ καταστρέψουν ὅλα. Γιατι δὲν θὰ ξέρουν. Πρέπει νὰ προλάβουμε. Πρέπει νὰ προλάβω. 

Πρέπει νὰ τοὺς δείξουμε τὸν τρόπο, τὸν σωστὸ τρόπο. Τὶς πόλεις, τὰ θέατρα, τὴν ἀγορά, τὰ γυμναστήρια, τοὺς ναούς, τὶς βιβλιοθῆκες, ὅπως ἐδῶ. Ἔτσι. Πρέπει νὰ προλάβω. Πρέπει νὰ τοὺς προλάβω! 


Δὲν τὸν ξαναεῖδα. 

Δὲν πρόλαβα. 

Δὲν πρόλαβε. 

Ὄχι. 

Τῆς καρδιᾶς μου ὁ βασιλιᾶς καὶ ὁ γιός μου ὁ παντοντινὸς δὲν πρόλαβε. Νὰ σώσει τὴν πατρίδα του. Νὰ δεῖ τὴν πρώτη του τὴ μάνα. Νὰ ἀγκαλιάσει τὸ δικό του γιὸ καὶ νὰ γιορτάσει. Κι ἔτσι γεμᾶτος καινούργια σχέδια, νὰ μαζέψει τοὺς ἑταίρους , νὰ συγυρίσει τὰ ὄνειρά του καὶ τινάζοντας τὸ ὡραῖο, γενναῖο λιονταρίσιο κεφάλι νὰ ξεκινήσει γιὰ νὰ προλάβει. Τὴ Δύση. Ποὺ δὲν ξέρει. Ποῦ θέλει. Σὰν ἄμαθο κακότροπο παιδί, θέλει. Τὸ καινούργιο παιχνίδι. Τὸ ζηλευτὸ παιχνίδι. Τὸ ἀκριβὸ παιχνίδι. 

Τὴν Ἑλλάδα. 

Ὁ μόνος ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ προλάβει τὰ βάρβαρα χέρια τῆς Δύσης ἦταν αὐτός. Αὐτός 

ποὺ κατάφερε νὰ κάνει τὰ βάρβαρα χέρια τῆς Ἀνατολῆς, νὰ φτιάχνουν ναοὺς καὶ θέατρα, νὰ παίζουν μουσικὲς καὶ νὰ γράφουν ὕμνους. Καὶ νὰ τοὺς ἀπαγγέλλουν καὶ νὰ τοὺς τραγουδοῦν 

στὴ δική του γλῶσσα: τὴν ἑλληνική. Κι ἔτσι σιγά-σιγά νὰ γίνει ἡ γλῶσσα τῶν θεῶν καὶ δική μας γλῶσσα. Καὶ νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς λίγο καλύτεροι, λίγο πιὸ φωτεινοί, λίγο σάν...θεοί. 

Αὐτός. Ὁ μόνος ποὺ κατέκτησε λαοὺς ὄχι γιὰ νὰ τοὺς ἐξαφανίσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τοὺς ἀνυψώσει καὶ νὰ τοὺς κάνει ἄξιους νὰ ζοῦν στὸ βάθρο ποὺ ἀνέβασε καὶ τὴ δική του πατρίδα. 

Ὁ μόνος. 

Μὰ δὲν πρόλαβε. 

Πρόλαβαν αὐτοὶ ποὺ μισοῦσαν τὸ φὼς καὶ τὴ γενιά του. Πρόλαβαν αὐτοὶ καὶ οἱ Χαλδαῖοι μάγοι πετάχτηκαν ξανὰ ἀπὸ τὰ ἱερά τους καὶ ὕψωσαν τὰ χέρια κι ἀνάψανε φωτιές. Καὶ τὰ μεγάλα φιδωτὰ σώματα τῶν δύο ποταμῶν κοκκίνισαν καὶ ἄρχισαν νὰ μοιάζουν μὲ γιγάντιες φουσκωμένες φλέβες πληγωμένων θεριῶν. 

Ἀπὸ τοὺς κήπους μου ἐκεῖ ψηλὰ ποὺ μὲ ἀνέβασε ὁ γιός μου, πρόλαβα νὰ δῶ τὴ μακριὰ γραμμὴ τῶν στρατιωτῶν. Τῶν στρατιωτῶν του. Τῶν σκληρῶν αὐτῶν ἀντρῶν ποὺ πολεμοῦσαν πλάϊ του χρόνους δέκα. Καὶ τώρα περίμεναν μὲ σκυμμένα κεφάλια μὲς στὴν ἄδικη ζέστη τῆς Βαβυλώνας τῆς μεγάλης, νὰ τὸν ἀποχαιρετήσουν... 

Νὰ ἀποχαιρετήσουν αὐτὸν ποὺ ἄλλαξε τὸν κόσμο τους καὶ τὸν δικό μας κόσμο. 

Κι ἦταν ἴσως οἱ μόνοι- αὐτοὶ οἱ παλιοὶ μακεδόνες πολεμιστές- οἱ μόνοι ποὺ ἤξεραν βαθιὰ μέσα τους πὼς αὔριο καὶ μετά, τίποτα πιὰ δὲν θὰ ἦταν ἴδιο. 

Τὸ ἴδιο ἔνιωσα κι ἐγώ: Μετὰ ἀπ’ αὐτὸν τίποτα πιὰ δὲν θὰ εἶναι τὸ ἴδιο. 

Σήκωσα τὸ χέρι, τὸ ἔφερα στὴν καρδιά μου κι ἔτσι ἀποχαιρέτησα τὸ μόνο ἀληθινό μου γιό: τὸν Ἀλέξανδρο. 


Ὕστερα γύρισα, κλείστηκα στὰ δωμάτιά μου καὶ δὲν ξαναβγῆκα πιά... 



Υ.Γ.1: Μετὰ τὴν ἧττα του κατὰ τὴ μάχη της Ἰσσοῦ (333 π.Χ ὁ Μεγάλος Βασιλιᾶς της Περσίας, Δαρεῖος τοῦ Γ΄ο Κοδομανός, ἐτράπη σὲ φυγὴ ἐγκαταλείποντας τὴ σύζυγο, τὰ τρία παιδιά του καὶ τὴ μητέρα του Σισύγαμβη. Ὁ νικητὴς Ἀλέξανδρος, πῆρε ὑπὸ τὴν προστασία του τὴν οἰκογένεια τοῦ ἐχθροῦ του. Καὶ ὅταν ὁ Δαρεῖος δολοφονήθηκε ἀπὸ τὸν σατράπη του Βῆσσο (330 π.Χ. ὁ Ἀλέξανδρος κυνήγησε τὸν προδότη, τὸν συνέλαβε καὶ τὸν παρέδωσε πρὸς τιμωρία στοὺς συγγενεῖς τοῦ Δαρείου. 

Υ.Γ.2: Ἡ μητέρα τοῦ Δαρείου Σισύγαμβρις, ὅταν τὸ θέρος τοῦ 323 π.Χ. ἔμαθε γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀλέξανδρου, κλείστηκε στὰ διαμερίσματά της ἀρνούμενη τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν, ἕως ὅτου ἔφυγε γιὰ νὰ συναντήσει αὐτὸν ποὺ τὴν τίμησε ὡς μητέρα-βασίλισσα καὶ ἡ ἴδια ἀποκαλοῦσε γιό της. 

Υ.Γ.3. Ὁ Κάσσανδρος τοῦ Ἀντιπάτρου, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἀλέξανδρου καὶ κατὰ τὶς μάχες τῆς διαδοχῆς τοῦ θρόνου, ἐξόντωσε μεταξὺ τῶν ἄλλων - τὴ μητέρα τοῦ Ἀλέξανδρου, Ὀλυμπιάδα, τὴ γυναῖκα του Ρωξάνη, τὸ γιό του καὶ διάδοχο, Ἀλέξανδρο τὸν Δ΄,καθώς καὶ τὸν Ἡρακλῆ, ἐπίσης γιὸ τοῦ Ἀλέξανδρου ἀπὸ τὴν Βαρσίνη. Τελικὰ μετὰ ἀπὸ πολὺ κόπο καὶ πολὺ αἷμα κατάφερε νὰ στεφθεῖ βασιλιᾶς τῆς Μακεδονίας τὸ 305 π.Χ... 


Ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Γ΄ ὁ Μακεδῶν, γιὸς τοῦ Φιλίππου καὶ τῆς Ὀλυμπιάδος ,ἔμεινε στὴν ἱστορία ὡς ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ὁ ΜΕΓΑΣ καὶ στὴ συλλογικὴ μνήμη τῆς φυλῆς , ὡς Μεγαλέξαντρος. 


Η κυρά της Ρῷ - Ἡ Ἄλλη Ἑλλάδα

  Ἡ Παράξενη Ἡσυχία του Καστελλόριζου Εἶμαι ἕνα νησί  ποὺ κάποτε τὸ πούλησαν.  Ξένοι σὲ ξένους.  Σὲ καλὴ τιμή.  Καὶ ἔκτοτε  πωλεῖται συνεχῶς...