Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

 Ἡ Ἄλλη Ἑλλάδα - Γεώργιος Καραΐσκάκης 



Ἐλεγεῖο γιὰ ἕναν ἥρωα. 


Λένε γιὰ σένα Στρατηγέ 

πὼς φόβο δὲν μετροῦσες. 

Πὼς ἅπλωνες τὴ σπάθα σου 

πάνω στὸ ἄλογό σου 

περήφανος καμαρωτός 

καὶ τὰ σκυλιὰ ἀψηφοῦσες. 

Λένε γιὰ σένα Ἀρχηγός 

πὼς ἤσουν γεννημένος. 

Μίας καλόγριας ὁ γιός 

μονάχος καὶ κρυμμένος 

ποὺ εἶδες ζωὴ σὲ μιὰ σπηλιά 

χωρὶς νὰ σύρεις κλάμα. 

Ἀψήφιστος γεννήθηκες 

περπάτησες μὲ πάθος. 

Πολέμησες, ἀγάπησες 

καὶ ἔφυγες σὰν ἥλιος. 

Ποῦ ἔλαμψε γιὰ μιὰ στιγμή 

καὶ φώτισε τὰ σκότη. 

Καὶ ὕστερα ἀνέβηκε γοργά 

στοῦ οὐρανοῦ τὴν κόψη.. 


Σὲ ἔκλαψε ὅλη ἡ Ρούμελη 

σὲ θρήνησε ἡ Ἀθήνα. 

Καὶ λύγισε κι ὁ Θοδωρῆς 

μπροστὰ στὸ θάνατό σου. 

Ζήτησε νὰ τοῦ φέρουνε 

τῆς προδοσίας τὸ βόλι. 

Τὸ πῆρε, τὸ ἀσπάστηκε 

τὸ ἔβαλε στὸν κόρφο. 

Καὶ ὕστερα γονάτισε 

μπροστὰ στὸν Ἀη - Γιώργη: 


-Ὁρκίζομαι στὸ αἷμα σου 

στὸ ματωμένο ροῦχο. 

Ὁρκίζομαι στὴ λεβεντιά 

στὴν ἄσπρη φουστανέλα. 

Τὴν μάτωσε ἡ μπαμπεσιά 

τὴν λέρωσε ὁ προδότης. 

Κι ὕστερα καλοκρύφτηκε 

σὲ ἐγγλέζικο καράβι. 



Ὅλοι μαζὶ σὲ φάγανε 

ἐγγλέζοι, φαναριῶτες 

ὕαινες ποὺ πλακώσανε 

σὰν μύρισαν παρᾶδες. 

Μά... ὁρκίζομαι στὸ αἷμα σου. 

Καὶ εἶναι ὁ ὅρκος μέγας. 

Ἐτούτη ἡ φλούδα ἡ μικρή 

ἡ αἱματοβαμμένη, 

αὐτὴ ἡ πατρίδα ἡ πικρή 

ἡ χιλιοπροδομένη 

πὲς ὅτι εἶναι λεύτερη! 

Πές το καὶ φώναξε το! 

Ὁ Γιώργης τὴ λευτέρωσε! 

Κι ὁ Θοδωρῆς ὁρκίσθη! 



Καὶ πέρασαν τὰ χρόνια... 


Ὁ Καραΐσκάκής προδόθηκε. Ὁ Κολοκοτρώνης ὁρκίσθηκε. Ἡ πατρίδα λευτερώθηκε. 

Καὶ ἐμεῖς μείναμε ὀρφανοί. Ὀρφανοὶ καὶ παρατημένοι, ὁλομόναχοι. Ὁλομόναχοι καὶ ἀπελπισμένοι. Νὰ ψάχνουμε τὸ βόλι. 

Ποῦ εἶναι Στρατηγὲ ΜΟΥ, τὸ βόλι σου; Θέλουμε κι ἐμεῖς νὰ ὁρκιστοῦμε. Θέλουμε κι ἐμεῖς, τὰ ὀρφανά σου, νὰ φιλήσουμε τὸ αἷμα σου, νὰ ξεπλύνουμε μὲ δάκρυα τὸ ματωμένο ροῦχο. Νὰ τὸ στεγνώσουμε μὲ τὴν ἀνάσα μας κι ὕστερα νὰ τὸ σηκώσουμε πάνω ἀπὸ τούτη τὴν πατρίδα, ποὺ ἐσεῖς λευτερώσατε καὶ ἐμεῖς... χαρούμενοι καὶ προδομένοι, ἀνυποψίαστοι καὶ σχεδὸν δειλοί , παραδώσαμε. Καὶ ἀνοίξαμε διάπλατα πόρτες καὶ παραθύρια νὰ μποῦν οἱ ‘Ὕαινες. Ξανά. Καὶ ἔχουμε κρῖμα καὶ παράπονο. Μεγάλα καὶ τὰ δύο. 

Κρῖμα, γιατί ἀφήσαμε νὰ σᾶς πλακώσει ἡ λήθη. Ἡ λησμονιά. Ὁ μόνος ἀληθινὸς θάνατος. 

Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἡ λήθη καὶ ἡ αἰώνια λησμονιὰ δὲν σκέπασε ἐσᾶς. 

Τί κι ἂν τὰ δικά σου ἁγιασμένα κόκκαλα, ρίχτηκαν στὸ περιγιάλι ἀπὸ ἄρχοντες ἀγράμματους; Τί κι ἂν ἄλλους ἀγράμματους καὶ φίλους φιδιῶν καὶ ἐχιδνῶν ἐνόχλησε τοῦ Θοδωρῆ τὸ ἄγαλμα καὶ τό΄κρυψαν; 

Ἐσεῖς ζεῖτε. Καὶ νεκροὺς σᾶς τρέμουν. 

Ἐμεῖς τρέμουμε. Καὶ γιὰ νεκροὺς μᾶς ἔχουν. 

Κι ἔτσι πληρώνουμε τὸ κρῖμα μας, κάθε μέρα, χρόνια τώρα... 

Ἀλλά... Γεώργιε - καὶ πές το καὶ στὸν Θοδωρῆ αὐτό - ἐμεῖς τὰ ὀρφανά σας, ἔχουμε καὶ παράπονο: 

Πῶς μᾶς ἀφήσατε ἔτσι; Ποῦ πήγατε; Γιατί γενιὲς βγαίνουν προσκυνημένων καὶ οὔτε ἕνας σὰν κι ἐσᾶς; Τί τιμωρία εἶναι αὐτή; Πότε θὰ σταματήσει; 


Χθὲς διάβασα καὶ ἔκλαψα γιὰ τ΄ ἅγια κόκκαλά σου. Τὰ ἔριξαν στὴν θάλασσα, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζουν. Ἔτσι εἶπαν. Ἔτσι εἶπαν οἱ ἀνάξιοι ἄρχοντες ἑνὸς ἀνάξιου λαοῦ. 

Καὶ πέρασε καιρός. Καὶ παραμείνουν ἄρχοντες. Κι αὐτοὶ καὶ τὰ παιδιά τους. Καὶ τὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους. 

Καὶ πέρασε καιρός. Καὶ παραμείναμε κι ἐμεῖς σκλάβοι. Καὶ τὰ παιδιά μας. Καὶ τὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν μας. Ὅπως τὰ εἶπε ὁ παπᾶς, ὁ Φλέσσας. Κι οἱ μόνοι ποὺ μείνατε ἐλεύτεροι εἴσαστε ἐσεῖς. Ἐλεύθεροι καὶ ἀνέγγιχτοι. Ὅσα βόλια κι ἂν τρύπησαν τὸ κορμί σας... 



Ξέρεις Στρατηγέ... Θέλουμε νὰ ξεπλύνουμε τὸ κρῖμα καὶ νὰ παρηγορήσουμε τὸ παράπονο. 

Θέλουμε λίγη ἀπὸ τὴν ἀψηφισιά σου. Λίγη ἀπὸ τὴν περηφάνεια σου. Ἕνα πάτημα ἀπὸ τὸ ἄσπρο ἄλογό σου. Μιὰ ἀστραπὴ ἀπὸ τὸ μαῦρο τῶν ματιῶν σου! Μὴν μᾶς ἀφήνεις. Μὴν μᾶς ἀφήνετε! 

Βοηθησέ μας. Βοηθῆστε μας. Καὶ σκῦψτε ἀπὸ ἐκεῖ στὰ οὐράνια ποὺ εἶστε, ἔτσι ὡραῖοι καὶ γενναῖοι καὶ ἀνέγγιχτοι ἀπὸ βόλια καὶ ὕαινες καὶ προδοσίες καὶ πυρετοὺς ἀναίτιους καὶ φριχτοὺς καὶ φυλακὲς σκοτεινὲς καὶ Παλαμήδια καὶ Φάληρα..Ναί! Ἐκεῖ ποὺ εἶστε στὴ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ στῆς αἰωνιότητας τὶς δάφνες, προσευχηθεῖτε γιὰ ἐμᾶς. Γιὰ νὰ ἀτσαλώσουμε. Καὶ νὰ πληθύνουμε. Καὶ νὰ δυναμώσουμε. Γιατι μόνον ἐμεῖς, τὰ ὀρφανά σας- μὲ ὅλα τὰ κρίματα καὶ τὰ παράπονά μας - μποροῦμε. Νὰ γλυτώσουμε τὴν ὕστατη στιγμή, τὴ μικρὴ λυπημένη πατρίδα. Καὶ νὰ ὑψώσουμε ὡς τὰ οὐράνια, αὐτὴν ποὺ τὸ αἷμα καὶ τὰ ἅγια κόκκαλά σας, ἀνέστησαν: 

Αὐτήν, τὴν Ἄλλη Ἑλλάδα! 


ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: 

Στὶς 4 τὸ πρωΐ τῆς 23ης Ἀπριλίου τοῦ 1827, λίγο πρὶν ξημερώσει τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὁ Γεώργιος Καραΐσκάκής παρέδωσε τὸ ἀγέρωχο, ἀνυπότακτο, εὐφυὲς καὶ λαμπρό του πνεῦμα. 

Καὶ πέρασε πάνω ἀπὸ φθόνους καὶ μίση καὶ προδοτικὰ βόλια, δῆθεν φίλων καὶ συμμάχων. Τοὺς προσπέρασε ὅλους κι ἔτσι αἰώνιος κι ὑπερήφανος καβαλάρης ἀνέβηκε στὰ περιβόλια τοῦ οὐρανοῦ. Κάποιοι λένε πὼς τὸν εἶδαν νὰ χαμογελᾶ... Μπορεῖ. Γιατί ἀπὸ ἐκεῖ ψηλὰ ὁ Γεώργιος ἤδη ἀντίκρυζε καθαρὰ ὅ,τι πιὸ πολὺ ἀγαποῦσε: ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ! 


Η κυρά της Ρῷ - Ἡ Ἄλλη Ἑλλάδα

  Ἡ Παράξενη Ἡσυχία του Καστελλόριζου Εἶμαι ἕνα νησί  ποὺ κάποτε τὸ πούλησαν.  Ξένοι σὲ ξένους.  Σὲ καλὴ τιμή.  Καὶ ἔκτοτε  πωλεῖται συνεχῶς...