Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

 Ἡ Ἄλλη Ἑλλάδα. Ἀντιγόνη. Σοφοκλῆς. 



Οὗτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεὶν ἔφυν." 


Τί σκοτεινὸς ποῦ εἶναι 

ὁ τάφος των Λαβδακιδῶν! 

Πιὸ σκοτεινὸς κι ἀπὸ τοῦ Οἰδίποδα 

τὰ σκοτισμένα μάτια. 

Πιὸ σκοτεινὸς κι ἀπὸ τῆς Ἰοκάστης 

τὰ μαῦρα μαλλιά 

ποὺ σὰν θηλιὰ καὶ σὰν φίδι φαρμακερό 

διπλώθηκαν γύρω ἀπὸ τὸν ἄσπρο της λαιμό. 


Ὦ! τί ὡραῖος ποὺ ἦταν της Ἰοκάστης ὁ λαιμός 

καὶ ὁ κόρφος της ποὺ μοσχοβολοῦσε κίτρο 

καὶ λεμονανθό! 

Μοσχοβολοῦσε... 


Κι ἐδῶ στὸν σκοτεινὸ τὸν τάφο 

καὶ στὴν σπηλιά 

ποὺ κρύβονται τὰ πάθη καὶ οἱ πόθοι 

καὶ τῶν προγόνων οἱ μάταιες προσπάθειες 

νὰ κλέψουν ἀπ΄ τὰ χέρια τῶν ἀθανάτων 

ἕνα κλαρὶ αἰωνιότητας. 


Ναί! Κι ἐδῶ ἀκόμη ποὺ μὲ πέταξε 

τοῦ Κρέοντα ἡ σκληράδα 

καὶ ἡ ἀλαζονεία 

ποὺ τοῦ ἀψήλωσε τὸ νοῦ 

καὶ τὸν ἔκαμε νὰ θαρρεῖ 

πὼς εἶναι πάνω καὶ πέρα καὶ μακριὰ πολύ 

ἀπὸ τοὺς νόμους καὶ τῶν θεῶν τὸ θέλημα, 

ἀκόμα κι ἐδῶ μὲ ἀκολουθεῖ τῆς μάνας μου 

ἡ εὐωδιά. 

Κι ἔτσι δὲν φοβᾶμαι. 

Κι ἔτσι περιμένω... 






Ἀγαπητὴ Ἀντιγόνη, 

ἢ μήπως νὰ σὲ ἀποκαλῶ " ἀγαπημένη", ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶσαι ἡ πιὸ ἀγαπημένη μου, ἀπὸ ὅλες τὶς ἡρωίδες καὶ τὶς γυναῖκες τὶς τραγικὲς ποὺ ἔπιασαν οἱ ποιητὲς νὰ τραμπαλίζονται μετέωρες στὴν ἄκρια μύθων παλιῶν πολὺ καὶ τὶς ἅρπαξαν τὴν στερνὴ στιγμή, πρὶν χαθοῦν γιὰ πάντα καὶ λησμονηθοῦν καὶ σκεπαστοῦν μὲ σκόνη αἰώνων ἄτεχνων καὶ ἄμουσων καὶ κάπως θλιβερῶν ἀλήθεια καὶ ὁπωσδήποτε ἀνάξιων λόγου --σὲ ἕναν τέτοιο ζῶ κι ἐγὼ καὶ δὲν μ΄αρέσει, μὰ τί νὰ κάνω, τί νὰ κάνω, ποιός μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὸν καιρὸ ποὺ ζεῖ; 

Μόνον οἱ ποιητὲς καὶ ἐσύ. 

Ἐσὺ καὶ ὁ Σοφοκλῆς. 

Ποὺ βρῆκε τὴν Ἀντιγόνη του. 


Νὰ κρέμεται στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ. 

Ἕτοιμη νὰ σκεπαστεῖ γιὰ πάντα καὶ νὰ χαθεῖ κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς λησμονιᾶς. Καὶ νὰ ξεχαστεῖ. Μαζὶ μὲ τὰ πάθη καὶ τοὺς Λαβδακίδες καὶ τὴν Θήβα την ἐπτάπυλη καὶ τὴν ὡραία μάνα ποὺ δὲν ἄντεξε καὶ τὸν γενναῖο πατέρα ποὺ ἄντεξε, ἀλλά... χωρὶς μάτια, γιατί ποιός ἀντέχει νὰ βλέπει τί τὸν τύφλωσε καὶ ἔπραξε τὴν ἁμαρτία, τὸ λάθος τὸ μεγάλο, ποὺ ἡ μοῖρα ρίχνει στὰ σπίτια, στὶς σπηλιὲς καὶ κάποτε καὶ μέσα στὰ πιὸ λαμπρὰ παλάτια; 

Ναί! ἔτσι λοιπὸν θὰ σὲ ἀποκαλῶ: ἀγαπημένη μου! 

Γιατί ἤσουν ἕνα τρυφερὸ κορίτσι, ἕνα ἁπαλὸ σὰν φτερὸ πουλιοῦ κορίτσι, μιὰ κόρη τῶν Θηβῶν, ἴσως μιὰ μικρὴ Ταναγραία, ποὺ ἔγερνε τὸ κεφάλι μὲ συστολὴ κάτω ἀπὸ τὸ ἀραχνούφαντο πέπλο. 

Μιὰ κόρη ποὺ ἀνέμενε. Τὸν γάμο. Καὶ τοῦ ὑμεναίου τὰ ὡραῖα τραγούδια. Γιὰ νὰ ξεχάσει καὶ νὰ ξεχαστεῖ. 

Νὰ ξεχάσει τὴ βασίλισσα μάνα ποῦ περπατοῦσε σιωπηλὴ στοὺς σκιεροὺς διαδρόμους καὶ ἔσερνε λεμονανθοὺς στὸ πέρασμά της κι ἔσερνε καὶ τὸν ἔρωτα τοῦ πατέρα, ποὺ πρὶν γίνει πατέρας σου καὶ βασιλιᾶς, ἦταν ἄνδρας ὡραῖος καὶ δυνατός. Ὡραῖος, δυνατός, στοῦ ἔρωτα τὰ δίχτυα. Καὶ δὲν ἤξερε, μήτε γνώριζε πὼς τὰ δίχτυα ἦταν πλεγμένα μὲ κόμπους. Αἵματος. Πατρικοῦ. 


Δὲν ἤξερε... 


Ἀλλά - ξέρεις ἀγαπημένη- τὸ αἷμα ἔχει τὴν δική του μνήμη. 

Ἡ μνήμη τοῦ αἵματος. 

Μιὰ κόκκινη γραμμή. Ἕνα ἀποτύπωμα. Σὰν αὐτὸ ποὺ ἄφησε τῆς μάνας σου, τῆς μητέρας του, τὸ αἷμα. Καὶ ἔβαψε γιὰ πάντα τῆς κάμαρης τῆς βασιλικῆς τὰ μάρμαρα τὰ λευκά. 

Μιὰ κόκκινη γραμμή. 

Σὰν αὐτὴ ποὺ κύλησε ἀπὸ τοῦ πατέρα τὰ ὡραῖα μάτια. 

Μιὰ κόκκινη γραμμή. 

Σὰν αὐτὴ ποὺ ἕνωσε τὰ σώματα τῶν ἀδελφῶν. Τῶν ἀδελφῶν σου. Τῶν ὡραίων διδύμων. Ποὺ σὰν ἦσαν παιδιὰ δὲν χώριζαν ποτέ. Καὶ ὕστερα τοὺς χώρισε τὸ στέμμα καὶ ὁ θρόνος. Καὶ ἔσκισαν ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου τὴν καρδιά. Καὶ ἔπεσαν κι οἱ δυὸ ἀλληλοσκοτωμένοι ἔξω ἀπὸ τῆς Θήβας τῆς περήφανης τὰ τείχη. Καὶ χώρισαν τὰ ἀδέλφια, τὰ δίδυμα, τὰ ἀγαπημένα, τῆς πόλης καὶ τοῦ παλατιοῦ τὸ καύχημα. Μά... πάλι τὸ αἷμα ἦρθε γιὰ νὰ διορθώσει τὰ λάθη τὰ ἀνθρώπινα. Κύλησε τὸ αἷμα τοῦ Ἐτεοκλὴ καὶ ἀντάμωσε τοῦ Πολυνείκη τὸ αἷμα. Κι ἔτσι ἑνώθηκαν ξανὰ τὰ ἀδέλφια τὰ δίδυμα. Τὰ ἕνωσε τὸ αἷμα. 


Τὸ αἷμα σου. 

Εἶναι αὐτὸ ποὺ τώρα φωνάζει μὲς τὶς γαλάζιες - διάφανες σχεδόν - φλέβες σου, εἶναι τὸ αἷμα ποὺ σοῦ λέει: 

Σήκω, σήκω Ἀντιγόνη! Σήκω κι ὁ ἀδελφός σου ζητᾶ αὐτὸ ποὺ σὲ ὅλους τοὺς θνητοὺς ἀναλογεῖ: Ἕναν τάφο καὶ μιὰ ταφή." 


Σήκω Ἀντιγόνη! Σήκωσε τὸ ὡραῖο ντροπαλὸ κεφάλι, πέταξε τὸ πέπλο τοῦ γάμου, φόρα τοῦ πολεμιστῆ τὴν στολή, ἔρχεται ἀγῶνας, ἔρχονται μάχες, μυρίζει αἷμα καὶ τὸ δικό σου τὸ αἷμα βοᾶ. Βοᾶ καὶ λέει: 

Ἄσε τὰ ὄνειρα μιᾶς γλυκιᾶς καὶ ἀνέφελης ζωῆς, μὲ πολλὰ πλούτη καὶ πολλὰ παιδιὰ καὶ ἑτοιμάσου νὰ πεῖς τὸ δικό σου ὄχι." 


Γιατί Ἀντιγόνη - καὶ στὸ λέω νὰ τὸ ξέρεις - πὼς ὅλη ἡ ζωὴ σὲ αὐτὸ τὸ ὄχι κρέμεται. Ἡ δική σου, ἡ δική μου, ὅλων μας. 

Σήκω. Πήγαινε θάψε τὸν ἀδελφό σου. 

Σήκω. Πήγαινε καὶ στάσου σὰν ἴσος πρὸς ἴσον ἀπέναντι στὸν Κρέοντα. Ἀπέναντι στὸν Κρέοντα καὶ τὶς πέτρινες καρδιὲς καὶ τὰ "ἄγαν σκληρὰ φρονήματα..". Καὶ συγχώρεσε τους. Γιατι οἱ Κρέοντες κι οἱ πέτρινες καρδιὲς κα τὰ ἄγαν σκληρὰ φρονήματα δὲν ξέρουν αὐτὸ ποὺ ἐσὺ ἐξ ἀρχῆς δήλωσες: 


Ἐγὼ γεννήθηκα γιὰ νὰ ἀγαπῶ καὶ ὄχι γιὰ νὰ μισῶ." 


Συγχώρεσέ τους καὶ ξέχασέ τους. 

Γιατί ἐσὺ ἀγαπημένη, ναί! ἀγαπημένη Ἀντιγόνη, ἐσὺ δὲν θὰ ξεχαστεῖς ποτέ! 


Ὑστερόγραφο 1ο: 


Θῆβαι. Βασιλικὸς οἶκος των Λαβδακιδῶν. Ὁ Οἰδίπους ἔχει αὐτοτυφλωθεῖ καὶ ἐγκαταλείψει τὴν πόλη καὶ τὸν θρόνο. Ἡ σύζυγος καὶ μητέρα του, ἡ βασίλισσα Ἰοκάστη ἔχει αὐτοκτονήσει κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἀποκάλυψης τοῦ δράματος νὰ εἶναι ταυτόχρονα σύζυγος καὶ μητέρα. Στὸν θρόνο τῶν Θηβῶν, ὁ ἀδελφός της Ἰοκάστης, Κρέων. Ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη νεκροί, ἀλληλοσκοτωμένοι, οἱ δίδυμοι διάδοχοι Ἐτεοκλὴς καὶ Πολυνείκης. Ἔχουν ἀπομείνει οἱ δύο κόρες: ἡ φοβισμένη Ἰσμήνη καὶ ἡ Ἀντιγόνη. Σ΄αυτήν ἔχει πέσει ὁ κλῆρος (ἢ μήπως τὸν ἔχει ἐπιλέξει αὐτή; ὁ δύσκολος κλῆρος καὶ ὁ δρόμος τοῦ "ὄχι."Αρνείται τὴν εὔκολη ὁδό, ἐπιλέγει νὰ τιμήσει τὸν νεκρὸ τοῦ ἀδελφοῦ της Πολυνείκη, συλλαμβάνεται καὶ φυλακίζεται ἀπὸ τὸν θεῖο της Κρέοντα, σὲ σπηλιὰ ποὺ ἀποτελοῦσε τὸν τόπο ταφῆς των Λαβδακιδῶν. 


Ὑστερόγραφο 2ο: 


Τὸ 441 π.Χ. ὁ τραγικὸς ποιητὴς Σοφοκλῆς, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸν μῦθο, διδάσκει τὸ δρᾶμα ΑΝΤΙΓΟΝΗ, στὸ θέατρο τοῦ Διονύσου, στὴν νότια κλιτὺ τῆς Ἀκροπόλεως, κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἑορτασμῶν τῶν Μεγάλων Διονυσίων. 


Ὑστερόγραφο 3ο: 


Στὸν 2ο Ἐπεισόδιο τῆς τραγωδίας καὶ στὸν στίχο 523, ἡ Ἀντιγόνη ἀπαντᾶ στὸν Κρέοντα: 

Οὗτοι συνέχθειν, ἀλλ΄συμφιλείν ἔφυν." 


Καὶ σὲ ἐλεύθερη μεταφορὰ στὴν νέα ἑλληνική: 


Ἐγὼ δὲν γεννήθηκα γιὰ νὰ μισῶ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀγαπῶ..." 


Η κυρά της Ρῷ - Ἡ Ἄλλη Ἑλλάδα

  Ἡ Παράξενη Ἡσυχία του Καστελλόριζου Εἶμαι ἕνα νησί  ποὺ κάποτε τὸ πούλησαν.  Ξένοι σὲ ξένους.  Σὲ καλὴ τιμή.  Καὶ ἔκτοτε  πωλεῖται συνεχῶς...