Φαινόταν ἀπὸ μακριὰ πὼς δὲν θὰ τελείωνε καλὰ τὸ θέρος ἐτοῦτο.
Τὸ μύριζε κανεὶς στὸν ἀέρα. Ἕνας ἀέρας ζεστὸς ποὺ κατέβαινε μέχρι τὸ Quai, χωρὶς ἴχνος δροσιᾶς. Ἴχνος δροσιᾶς. Ἴχνος εὐωδιᾶς λεμονανθῶν καὶ ἄλλων εὐγενῶν ἑσπεριδοειδῶν ποὺ ἄλλοτε κατέβαζαν τὶς μυρωδιές τους τὶς καλοκαιρινὲς μέχρι τὴν προκυμαία. Μυρωδιὲς ἑσπεριδοειδῶν. Καὶ ἀνακατεύονταν τὰ κίτρα, μὲ τὰ τριανταφυλλιὰ ἀρώματα τῶν ὡραίων γυναικῶν καὶ μοσχοβολοῦσε ἡ προκυμαία καὶ ἡ βόλτα της καὶ τὰ καφέ της καὶ οἱ σκάλες τῶν ἀρχοντικῶν της. Μοσχοβολοῦσαν οἱ πορτοκαλιές, οἱ λεμονανθοὶ καὶ οἱ γυναῖκες μὲ τὶς δαντέλες. Μοσχοβολοῦσε ὁ ἀέρας. Μοσχοβολοῦσε καὶ ἡ Σμύρνη ὁλόκληρη. Ἡ Σμύρνη. Ποὺ τώρα μύριζε καπνὸ καὶ ἀνθρώπινο φόβο καὶ μιὰ ἱδρωμένη καὶ ἀποκαμωμένη ἀναμονή...
Ὡστόσο,φαινόταν ἀπὸ μακριὰ πὼς δὲν θὰ τελείωνε καλὰ ὁ Αὔγουστος ἐτοῦτος.
Πλησίαζε καὶ τοῦ Σταυροῦ. Μεγάλη γιορτή. Σημαδιακή.
Καὶ πρὶν τὴν Ὕψωση, ἦλθε σημάδι μέγα: Δυὸ ἄνθρωποι εἶδαν τὸ ἴδιο ὄνειρο: Ἕναν σταυρὸ μὲς τὸ αἷμα. Νὰ ὑψώνεται. Καὶ κάτω ἡ πόλη. Ἡ Σμύρνη μὲς τοὺς καπνούς. Μὲς τὴν φωτιά. Μὲς τὸ αἷμα.
Δυὸ ἄνθρωποι, τὸ ἴδιο βράδυ, στὴν ἴδια πόλη, τὴν ἴδια ὥρα, εἶδαν τὸ ἴδιο ὄνειρο. Πετάχτηκαν κι οἱ δυὸ ἀπὸ τὸ κρεβάτι. Ὁ ἕνας ἔβαλε τὰ στρογγυλὰ συρμάτινα γυαλιά του, ἔστρωσε μὲ τὸ ἕνα χέρι τὰ λιγοστὰ μαλλιά του καὶ μὲ τὸ ἄλλο σήκωσε τὸ τηλέφωνο. Ἔριξε μιὰ ματιὰ ἀπὸ τὸ μεγάλο τζαμωτό. Σκοτάδι πυκνὸ ἀκόμη" μονολόγησε." Ὅ,τι πρέπει."
Ἦταν ἡ τελευταία πρόταση ποὺ ἄρθρωσε εἰς τὴν γλῶσσα τῶν προγόνων. Κατόπιν, ἄρχισε νὰ ἀπαντᾶ στὸ μαῦρο ἀκουστικὸ μὲ τὴν περισπούδαστη προφορὰ τῆς γλώσσας τῶν ἐπιγόνων... Σὲ λίγο ἀκούμπησε τὸ ἀκουστικὸ στὴ θέση του καὶ κίνησε τὸ ψηλὸ ἐλαφρὰ καμπουριαστό του ἀνάστημα μέχρι τὸ σκοῦρο μαονένιο γραφεῖο. Μιὰ σφραγῖδα καὶ ἕνας καφετὴς φάκελος χάθηκαν στὴν δερμάτινη τσάντα. Χωρὶς ἐμφανῆ βιασύνη ἔριξε τὸ κασμιρένιο πανωφόρι στοὺς ὤμους του, τύλιξε τὸ μεταξωτὸ φουλάρι στὸν φτενὸ λαιμό του, " θὰ κάνει ψύχρα στὸ καράβι; ἀναρωτήθηκε. Ἀναλογίστηκε ἐλάχιστα τὴν μυστικὴ ἀγαπημένη του, "εἶναι σὲ καλὰ χέρια’’,μού κόστισαν κάτι παραπάνω, μὰ ἔτσι εἶναι αὐτά, τὸ χρῆμα λύνει κόμπους..." καὶ ἀνοίγοντας τὴν βαριὰ πόρτα ξεχύθηκε στὸ σκοτάδι...
Δυὸ βήματα πιὸ κάτω, περίμεναν ἄνθρωποι. Οἱ δικοί του ἄνθρωποι...Σε πλήρη ἐξάρτηση καὶ μὲ τὶς λόγχες προτεταμένες.
Τρεὶς ἐμπρός, τρεὶς πίσω καὶ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ μεταξωτὸ φουλάρι ὑψωμένο σχεδὸν ὡς τὰ γυαλιά του, στὴ μέση. Προσεκτικὰ καὶ ἥσυχα, μὲ σίγουρο καὶ συντονισμένο βηματισμό, στρίψαν ἀριστερὰ πρὸς τὰ στενοσόκκακα ποὺ ὁδηγοῦσαν στὸ λιμάνι καὶ ὕστερα χάθηκαν στὸ Σκότος.
Ὁ ἄλλος, σὰν εἶδε τὸν Σταυρό, τὸν λουσμένο μὲ αἷμα, νὰ ὑψώνεται μὲς τοὺς καπνοὺς τῆς Σμύρνης, ἔπεσε στὰ γόνατα. Ἀπέναντι του, ὁ Ἐσταυρωμένος μὲ τὸ γερμένο κεφάλι, μὲ τὸ πλευρὸ λογχισμένο, μὲ τὸ ὄξος καὶ τὴ χολὴ στὰ Ἅγια Τοῦ Χείλη, ὁ Ἀμνὸς Τοῦ Θεοῦ, " ὁ Αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου."
Ἀπέναντι τοῦ ὁ Σταυρός. Καὶ μέσα του καὶ γύρω του καὶ πάνω ἀπὸ τὴν πόλη τῆς καρδιᾶς του, ὁ σταυρός. Καὶ μέσα στοὺς καπνοὺς καὶ στὰ αἵματα καὶ τὸ διωγμὸ καὶ τὸ κακὸ καὶ τὴ σφαγή, ὁ λαός του. Τὸ ποίμνιό του. Οἱ γυναῖκες, τὰ μωρά , τὰ ἀγέννητα στὴν κοιλιά, οἱ γέροντες, οἱ ἀνήμποροι, οἱ πλούσιοι καὶ οἱ φτωχοί, οἱ ἄντρες καὶ τὰ ἀγόρια τους, οἱ μάνες καὶ τὰ κορίτσια τους, οἱ στρατιῶτες καὶ οἱ καλόγηροι, ἡ Μικρασία ὁλάκερη, στὰ στενὰ καὶ στὰ σοκάκια, στὶς σκάλες τῶν ἀρχοντικῶν καὶ στὶς θύρες τῶν ἐκκλησιῶν, ἡ Μικρασία ὁλάκερη ποὺ ἦρθε στὴν Σμύρνη γιὰ νὰ σωθεῖ. Ἡ Μικρασία. Ἡ Σμύρνη. Ὁ λαός της. Ὁ λαός του. Ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τῶν ἀνθρώπων.
Κάποτε σήκωσε τὸ βλέμμα καὶ κοίταξε γιὰ ἄλλη μιὰ φορά τον Ἐσταυρωμένο. Ὕστερα, ἔκανε τὸ σταυρό του, σκούπισε δυὸ δάκρυα ποὺ εἶχαν ξεχαστεῖ στὰ μεγάλα μάτια καὶ σηκώθηκε νὰ ἑτοιμαστεῖ. Πρὶν φορέσει στὸ πυκνό, σγουρὸ κεφάλι τὴν δόξα τοῦ Δεσπότη καὶ καλύψει ἡ μίτρα τοῦ μητροπολίτη τὸν ἀφόρητο πόνο τοῦ ἀνθρώπου, πλησίασε πρὸς τὸ μεγάλο τζαμωτό. Στὰ πόδια τοῦ μητροπολίτη, ἁπλωνόταν ἡ μητρόπολή του. Ἡ Μητρόπολις τοῦ ἑλληνισμοῦ. Τοῦ ἑλληνισμοῦ της Μικρασίας. Ἡ τόσο κοντινὴ καὶ οἰκεία Ἐγγὺς Ἀνατολὴ τῶν 3.000 χρόνων. Μπροστὰ στὰ θολωμένα μάτια του, ἁπλωνόταν οἱ δρόμοι της, τὰ ἀρχοντικά της, οἱ κῆποι της οἱ ὁλάνθιστοι, οἱ ναοὶ καὶ τὰ ἐμπορικά της. Καὶ ἡ προκυμαία της. Γεμάτη. Μὲ μπόγους καὶ παιδιά. Μὲ ἕναν λαὸ νὰ ἀναμένει. Τοὺς συμμάχους.
Καὶ στὸ βάθος, ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὸ κάποτε πλούσιο λιμάνι της, τὰ ὑπερήφανα καράβια τῶν ἀγαπητῶν συμμάχων. Τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Τῶν τόσο μικρῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Τῶν τόσο κακῶν καὶ μικρῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Τῶν Χριστιανικῶν Δυνάμεων. Ποὺ οὔτε Χριστό, οὔτε ἄλλη δύναμη ἐκτὸς ἀπὸ τὸ χρῆμα καὶ τὸ συμφέρον, δὲν γνωρίζουν. Τὰ καράβια τῶν Συμμάχων. Ποὺ ἕνας τους κανονιοβολισμὸς μποροῦσε νὰ σταματήσει τὸ βάρβαρο χέρι τοῦ σφαγέα. Ποὺ ἕνας τους κανονιοβολισμὸς δὲν ἦλθε ποτὲ νὰ σταματήσει τὸ βάρβαρο χέρι τοῦ σφαγέα. Τοῦ βολικοῦ, χρήσιμου γιὰ τοὺς σχεδιασμοὺς στὰ σκοτάδια, σφαγέα. Τοῦ χιλιόχρονου σφαγέα, ποὺ κάτω ἀπὸ τὶς εὐλογίες τοῦ κόκκινου ὑποδήματος - ἑνὸς πλούσιου καὶ βελούδινου ὑποδήματος ποὺ ἀδυνατεῖ παρόλη τὴν πολυτέλεια τοῦ νὰ καλύψει τὰ γαμψὰ νύχια τοῦ ὑψηλόβαθμου κατόχου -ναί, τοῦ χρήσιμου διψασμένου γιὰ αἷμα καὶ βία, σφαγέα, ὁ ὁποῖος ἔφθανε καλπάζοντας καὶ οὐδόλως ἐσυγκινεῖτο ἀπὸ τὶς ὡραῖες ὀρχῆστρες ποὺ ἤδη κούρδιζαν τὰ ὄργανά τους καὶ ἑτοιμάζονταν νὰ προβάρουν τοὺς ὡραίους σκοποὺς τῆς πολιτισμένης Δύσης. Τοὺς μουσικοὺς σκοπούς, ποὺ θὰ κάλυπταν τὰ οὐρλιαχτὰ καὶ τὶς οἰμωγὲς μιᾶς ἀπὸ καιρὸ προγραμματισμένης σφαγῆς. Ἄλλωστε, πὼς γίνεται νὰ ξεριζώσεις 3.000 χρόνια πολιτισμοῦ, χωρὶς μουσικὴ κάλυψη;
Πῶς γίνεται νὰ πλύνεις ἁβρὰ χέρια σὲ ἀργυρὲς λεκάνες καὶ νὰ παραδώσεις ἑκατομμύρια ψυχὲς γιὰ νά ¨ἄρουν ὡς ἀμνοὶ " τὴν ἁμαρτία σου;
Πὼς γίνεται; Πῶς γίνεται Κύριε, πές μου; Πῶς καὶ γιατί Θεέ μου, γιατί;"
Αὐτὰ ἦταν τὰ στερνά του λόγια, πρὶν κλείσει τὸ μεγάλο παράθυρο. Ὕστερα ἔριξε μιὰ τελευταία ματιὰ στὴν μεγάλη πόλη κι ἀποχαιρέτησε τὴν Σμύρνη του. Πρὶν σηκώσει τὸ μαῦρο ράσο γιὰ νὰ κατέβει τὰ μαρμάρινα σκαλιὰ καὶ νὰ τρέξει στὸ λαό του, πρόλαβε νὰ μονολογήσει πρὸς τὸν Ἐσταυρωμένο ποὺ ἑτοιμαζόταν: ‘’ Γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου!"
Σὰν ἄνοιξε τὴν βαριὰ θύρα, εἶχε ἀρχίσει νὰ ξημερώνει. Καὶ εἶπεν ὁ Θεός, γεννηθήτω τὸ Φώς. Καὶ ἐγένετο Φώς. Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς ὅ,τι καλόν!"
Δὲν τὸν περίμενε κανείς. Οἱ ἄνθρωποι εἶχαν χαθεῖ. Εἶδε ὅμως τὸ Φώς. Ἔκαμε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ ὕστερα τράβηξε κατὰ τὸν Γολγοθᾶ του...
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ 1ο:
Στὶς 8 Σεπτεμβρίου μὲ τὸ νέο ἡμερολόγιο / 26 Αὐγούστου μὲ τὸ παλαιό, τοῦ ἔτους 1922, ὁ ὕπατος ἁρμοστὴς τῆς Σμύρνης, Ἀριστείδης Στεργιάδης διαφεύγει ἀπὸ τὴν πόλη, φρουρούμενος ἀπὸ Ἄγγλους ἀξιωματικούς. Ἐπιβιβαζόμενος σὲ ἀγγλικὸ πολεμικό, ἐγκαταλείπει τὴν Σμύρνη, μία ἡμέρα πρὶν φθάσουν στὴν πόλη οἱ ἄτακτοι ἱππεῖς, οἱ φοβεροὶ Τσέτες,με ἐπί κεφαλῆς τὸν Νουρεντὶν Πασᾶ.
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ 2ο:
Στὶς 9 Σεπτεμβρίου (μὲ τὸ νέο ἡμερολόγιο ), 27 Αὐγούστου μὲ τὸ παλαιὸ) τοῦ ἔτους 1922, ὁ Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, παραδίδεται ἀπὸ τὸν Νουρεντὶν πασᾶ στὸν τουρκικὸ ὄχλο, ὁ ὁποῖος τὸν διαπομπεύει, τὸν ξεγυμνώνει, τοῦ ξεριζώνει τὴν γενειάδα, τὸν τυφλώνει,τον διαμελίζει καὶ τοῦ κόβει καὶ τὰ δύο χέρια, μὲ τὰ ὁποῖα παρα τὰ μαρτύρια τοὺς εὐλογοῦσε. Ἔτσι θὰ τὸν σύρουν ἕως τὴν τουρκικὴ συνοικία, ὅπου θὰ τὸν πετάξουν στὰ σκυλιά.
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ 3ο:
Στὶς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 1922, ἡ Σμύρνη καίγεται καὶ ὁ ἑλληνισμός της Μικρασίας σταυρώνεται. Ξημέρωνε ἡ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ...